Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Κοσμικοί και μη, τρυφηλώς διαβιούντες

"...Οσο για την περιουσία «ψίχουλα» της Εκκλησίας, κατέχει 1.282.300 στρέμματα γης, τα οποία θεωρεί λίγα σε σύγκριση με τη γη που κατέχει το Δημόσιο (43.568.000 στρ.), η Τοπική Αυτοδιοίκηση (15.553.200 στρ.) και οι συνεταιρισμοί (1.098. 400 στρ.). Εχει 6.700 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου τα οποία δεν ελέγχει. Αγνοεί τις περιουσίες των 2.500 μονών, ενοριακών ναών και μητροπόλεων λόγω δαιδαλώδους οργάνωσης - μόνο η ετήσια απόδοση της κεντρικής διοίκησης είναι γνωστή (περί τα 20 εκατ. ευρώ). Σημειώνει λαμπρές επιδόσεις στο ξεκοκάλισμα ευρωπαϊκών πόρων (έχει ήδη ρυθμιστεί νομοθετικά ώστε να περάσουν στα χέρια των ιεραρχών κατευθείαν από το υπουργείο Οικονομικών 255 εκατ. ευρώ από το Δ΄ ΚΠΣ), ενώ με ουκ ολίγες συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) καταφέρνει να απομυζά ουκ ολίγο δημόσιο χρήμα. Σημαντική λεπτομέρεια. Κάθε χρόνο το Δημόσιο καταβάλλει πάνω από 200 εκατ. ευρώ σε μισθούς και συντάξεις του κλήρου...."

Από το άρθρο της Τασούλας Καραισκάκη στην Καθημερινή http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/10/2008_289833





Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή.

Αφιερωμένο από τον πρωθυπουργό μας σε όλους του αγωνιστές της Σοφοκλέους...

Ο καπιταλισμός (και ο... Μαρξ) επιστρέφει

".... Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι, μεταξύ των κερδισμένων αυτής της κρίσης, φαίνεται να είναι και ο… μαρξισμός! Αλλη μια ειρωνεία: τη στιγμή που ανεβαίνουν οι μετοχές του Μαρξ στο χρηματιστήριο των ιδεών, δεν έχουν απομείνει και πολλοί μαρξιστές για να διεκδικήσουν μέρισμα…"

Ενδεικτικό δημοσίευμα του come back του μαρξισμού στην Κυριακάτικη Καθημερινή
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_26/10/2008_289845

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

New Deal: Δεν παίζουμε άλλο

Να δούμε τα δεδομένα του προβλήματος πρώτα:

- Εδώ και 100 περίπου χρόνια το σύστημα δουλεύει με το μοντέλο της ΜΑΖΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ.
- Εδώ και 30 περίπου χρόνια αυτοματισμοί και διάφορες αυτόματες μηχανές (ρομπότ) αντικαθιστούν τους ανθρώπους στις γραμμές παραγωγής.

- Ζήσαμε τα τελευταία 30 χρόνια φάσεις οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
- Ζήσαμε την διαίρεση όλων ημών των εργαζομένων α) σε μόνιμους, ειδικευμένους, καλά αμειβόμενους και β) στους χαμηλόμισθους, ανειδίκευτους, αντικαταστάσιμους, «αναλώσιμους» ενγένει εργαζομένους.

- Η μαζική παραγωγή οφείλει να ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙΤΑΙ στη μαζική κατανάλωση. Οτι ΠΑΡΑΓΕΤΑΙ, για να δημιουργήσει τα προσδοκόμενα κέρδη στο κεφάλαιο, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΤΑΙ.
- Η ΜΑΖΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ, όμως, προυποθέτει διανομή του παραγόμενου πλούτου (επανεπενδυόμενο κεφάλαιο - κέρδη ιδιοκτητών - αμοιβή εργασίας), ώστε η κοινωνία να έχει αγοραστική δύναμη ίση με την αξία των παραγόμενων και προσφερόμενων σε κατανάλωση προιόντων και υπηρεσιών.
Διαφορετικά, έχουμε κρίση υπερπαραγωγής. Όπως αυτή του 1929: το 1/3 του πληθυσμού βρέθηκε στην ανεργία και ο παραγόμενος πλούτος έπεσε στο μισό.

Ο Marriner Eccles (πρόεδρος Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, 1934-1948) έγραφε το ΄51 για την τότε κρίση: «Αντί να διασφαλίζεται μια τέτοια διανομή του εισοδήματος, μια γιγάντια ρουφήχτρα είχε απομυζήσει το 1929-30 ένα αυξανόμενο κομμάτι του παραγόμενου πλούτου, για λογαριασμών των ολίγων. Αυτοί συσσώρευσαν κεφάλαια. Στερώντας, όμως, την μάζα των καταναλωτών από μια επαρκή καταναλωτική δύναμη, στέρησαν από τον εαυτό τους την ζήτηση στα προιόντα τους, που θα τους επέτρεπε να επανεπενδύσουν τα συσσωρευμένα κεφάλαια τους σε νέα εργοστάσια» (“Beckoning Frontiers”, par Marriner Eccles, ed. Alfred A. Knopf, New York 1951).

Το 1929 το παιχνίδι ξανάρχισε με το πολυδιαφημισμένο σήμερα New Deal. Ο όρος προέρχεται από τα καζίνο και σημαίνει ξαναμοίρασμα της τράπουλας. Ανάμεσα στα σημαντικότερα μέτρα που τότε πάρθηκαν ήταν η μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, η ίδρυση του κράτους-πρόνοια, η αναγνώριση των συνδικάτων, το πρόγραμμα κατασκευής δημόσιων υποδομών, κλπ. Όλα για την μείωση της ανεργίας, για την αύξηση των προς κατανάλωση εισοδημάτων, για την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.

ΕΤΣΙ, ΗΡΘΑΜΕ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, στην πρώτη μεταπολεμική ΚΡΙΣΗ ΥΠΕΡΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, για πρώτη φορά από την κρίση του ΄29, καταστρεφόταν παραγωγικό κεφάλαιο της βιομηχανίας, επιδεινωνόταν το βιωτικό επίπεδο του λαού και έλαβε χώρα η πιο βίαιη αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα.

Τότε, καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, άτοκες δόσεις κλπ πιστωτικές διευκολύνσεις, άγνωστες μέχρι τότε στον κόσμο, κλήθηκαν να αναπληρώσουν το χαμένο εισόδημα. Να αποκαταστήσουν την απαιτούμενη καταναλωτική δύναμη.


Ετσι, παρόλο που η κατανάλωση αποκαταστάθηκε και οι μικρο-κρίσεις ξεπερνιόταν, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μεταξύ 1983 και 2006, στις επτά πλουσιότερες χώρες της Δύσης το ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ μας στον παραγόμενο πλούτο μειώθηκε κατά 5,8%. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις χώρες της Ευρώπης ανήλθε σε 8,6% (Le Monde diplomatique, Janvier 2008, p.3, ‘Partage des richesses, la question taboue’).


Οι σοφοί είχαν προειδοποιήσει:
· “το μερίδιο των κερδών στον παραγόμενο πλούτο είναι σήμερα ασυνήθιστα ψηλό. H διάσταση αυτής της εξέλιξης, καθώς και το εύρος των χωρών όπου συμβαίνει αυτό, δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία 45 χρόνια (Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, Working Papers no 231 ‘The global upward trend in the profit share’, Juillet 2007).
· “το μερίδιο της εργασίας στην συνολική προστιθέμενη αξία της οικονομίας είναι ιστορικά χαμηλό, σε αντίθεση με την παραγωγικότητα που δεν σταματά να αυξάνει…. Αυτός ο συνδυασμός των μικρών μισθολογικών αυξήσεων και των ιστορικά υψηλών κερδών των επιχειρήσεων δημιουργεί φόβους για μια άνοδο της δυσαρέσκειας ενάντια στον καπιταλισμό και την αγορά, τόσο στις ΗΠΑ όσο κι αλλού” (Alan Grinspan, Financial Times, London, 17/09/2007).

Μιλάν τώρα για πέρασμα της κρίσης από την χρηματοπιστωτική σφαίρα στην πραγματική οικονομία. H κρίση από το 1975 ως σήμερα ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

Συνεχίζει στο προαναφερθέν άρθρο του ο Marriner Eccles: “Κατά συνέπεια, όπως σε μια παρτίδα πόκερ όπου το χρήμα είχε μαζευτεί σε λίγους, οι άλλοι για να μπορέσουν να μείνουν στο παιχνίδι έπρεπε να δανειστούν. Μέχρι που δεν τους δινόταν άλλο πίστωση και το παιχνίδι τέλειωσε”.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: γι’αυτούς τότε και τώρα όλα είναι ένα παιχνίδι. Την κρίση την πληρώνουν περισσότερο οι μη έχοντες εργαζόμενοι. Ηδη το πληρώνουμε από την δεκαετία του ’70 κι εντεύθεν: απαξίωση των συνδικάτων μας, άνοδος των νέων μορφών απασχόλησης –αλλά παμπάλαιων στην βαρβαρότητα, απώλεια εισοδημάτων από περικοπές και πληθωρισμό, απώλεια αυτοεκτίμησης, κλπ.

Με την όξυνση της κρίσης που ζούμε, θα κληθούμε να πληρώσουμε βαρύτερο τίμημα. Οικονομική κρίση στον καπιταλισμό σημαίνει καταστροφή παραγωγικού δυναμικού, άρα μαζική ανεργία. Ενίοτε, όπως μετά το ’29, η καταστροφή αυτή γίνεται και με πολέμους, με 20 εκατ. άνεργους από …ζωή.
Eίναι ώρα να τους πούμε ότι μελετήσαμε το παιγνίδι, είδαμε την απάτη κι ΕΠΙΤΑΣΣΟΥΜΕ οτιδήποτε είναι πάνω στο καρέ. Σ’αυτή τη κρίση, ας φύγουν αυτοί άφραγκοι από το παιγνίδι .

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

ΚΡΙΣΗ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤOΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

[Το κείμενο που ακολουθεί ξεκίνησε σαν προσπάθεια κάποιου, που ενώ σπούδασε οικονομικά κι εργάζεται πάνω στο αντικείμενο που σπούδασε, παρόλα αυτά αδυνατούσε να κατανοήσει την τρέχουσα οικονομική κρίση. Ταυτόχρονα, του ήταν επιτακτική η ανάγκη διατήρησης και συμμετοχής σ’ένα διάλογο που δεν έλεγε, όμως, να πάρει μπρός. Οι ανάγκες, βέβαια, της ανάλυσης προυποθέτουν μελέτη της ιστορίας των οικονομικών κρίσεων, την ανάλυση του καπιταλισμού μετά από συστηματική μελέτη της μαρξιστικής βιβλιογραφίας, κοινωνιολογικές γνώσεις, ένα μεταπτυχιακό (…ΜΒΑ κατά προτίμηση!) στα παράγωγα, κλπ. Επειδή όμως μ’αυτές τις προυποθέσεις, εμείς οι εργαζόμενοι δεν θα αρθρώναμε ποτέ λόγο, ενώ έχει ιστορικά αποδειχθεί πόσο επικίνδυνο είναι να αφήνουμε τους "ειδικούς" να μιλούν για λογαριασμό μας, ας συγχωρεθούν τυχόν κενά, ελλείψεις, ή και λάθη].

Η πραγματική και η πλασματική οικονομία

Ανέκαθεν, η χρηματοπιστωτική σφαίρα αποτελούσε “γκρίζα ζώνη” για τους θεωρητικούς μαρξιστές. Ισως αυτό να οφείλεται και στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Μαρξ αναφέρθηκε στη χρηματιστηριακή σφαίρα ως σ’ένα χώρο όπου οι κεφαλαιοκράτες αντάλλασσαν υπεραξίες, άρα, ανάξιο περαιτέρω έρευνας. Τα διακινούμενα εμπορεύματα σε κάθε σφαίρα είναι διαφορετικά. Στην πραγματική οικονομία τα προιόντα διαμορφώνουν τη τιμή τους με βάση τη ποσότητα εργασίας που εμπεριέχουν. Ενώ, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα επειδή δεν εμπεριέχουν άμεση και μετρήσιμη ποσότητα εργασίας, χαρακτηρίστηκαν “πλασματικές αξίες”.
Επιπλέον, οι θεωρητικοί θεωρούσαν την πραγματική οικονομία ως τον κατεξοχήν χώρο δημιουργίας της υπεραξίας και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Στις χρηματοπιστωτικές αγορές επεφύλασσαν τον χαρακτηρισμό του “καζίνο-καπιταλισμού”, και ξέμπλεκαν μαζί τους αποκαλώντάς τες κερδοσκοπικές.
Λες και το κεφάλαιο είχε ποτέ άλλο σκοπό πέρα από το κέρδος. Το κεφάλαιο κάθε μεμονωμένο και κάθε μεμονωμένος κεφαλαιοκράτης επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του (ποσοστού) κέρδους του. Με αυτό το κριτήριο επιδίδεται εξ ορισμού στην “κερδοσκοπία”: όποτε χρειάζεται μεταναστεύει από τη μία σφαίρα οικονομικής δραστηριότητας στην άλλη και επιλέγει για να τοποθετηθεί σε εκείνες τις δραστηριότητες, από τις οποίες προσδοκά ότι θα έχει την υψηλότερη κερδοφορία. Στο πλαίσιο αυτό, η χρηματοπιστωτική σφαίρα είναι μια ακόμη ενδεχόμενη “σφαίρα επένδυσης”.
Με την έννοια αυτή, το κεφάλαιο και οι κάτοχοι του δεν μπορεί να χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τους “παραγωγικούς επιχειρηματίες” (της “πραγματικής οικονομίας”) και τους “κερδοσκόπους” (της χρηματοπιστωτικής σφαίρας). Ανάλογα με την συγκυρία και τα περιθώρια κέρδους που παρουσιάζει κάθε σφαίρα, ο παραγωγικός μετατρέπεται σε κερδοσκόπο και το αντίθετο. Πραγματική και πλασματική οικονομία είναι ένα ενιαίο σύστημα διαφορετικών τομέων, στους οποίους κινείται εναλλάξ το ίδιο κεφάλαιο.
Περιέργως, την ίδια προσέγγιση με τους θεωρητικούς μαρξιστές φαίνεται να υιοθετούν και οι αστοί οικονομολόγοι θεωρώντας τις δύο σφαίρες –χρηματοπιστωτική και πραγματική οικονομία- απομονωμένες, σχεδόν στεγανοποιημένες. Όλη τους η έγνοια, στην περίοδο της κρίσης, ήταν να περιορίσουν τα συμπτώματα της κρίσης στην χρηματοπιστωτική σφαίρα, πριν αυτά μεταδοθούν στην σφαίρα της πραγματικής οικονομίας.
Οι παραπάνω αντιλήψεις είχαν ως αποτέλεσμα να σπανίζουν οι μαρξιστικές αναλύσεις για την σύγχρονη κρίση αλλά και για το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτές που βρίσκει κανείς στις εφημερίδες της κομμουνιστικής αριστεράς παγκοσμίως, είναι εντυπωσιακό το πόσο είναι επηρεασμένες από την ορολογία της αστικής πολιτικής οικονομίας και από μία προσέγγιση χρονικο-γραφήματος. Ορισμένες μάλιστα οδηγούνται εξ αιτίας αυτής της προσέγγισης στο σημείο να κάνουν και προτάσεις πολιτικής, μέσα στο πνεύμα της διαχείρισης της κρίσης με όρους αστικής πολιτικής οικονομίας.

Όχι και τόσο παλιά, κάπου στο ’70

Οι ρίζες της παρούσας κρίσης φθάνουν μέχρι την κρίση υπερπαραγωγής του ’70. Τότε που τα παγκόσμια πλεονάσματα υπεραξίας, -μετά από “τα 30 ένδοξα χρόνια” του μεταπολεμικού καπιταλισμού-, κατέφυγαν μαζικά τις υψηλές αποδόσεις των αμερικάνικων τραπεζών, αντί της επανεπένδυσης σε έναν κορεσμένο ούτως ή άλλως παραγωγικό τομέα. Και για να συνδεθούμε με τα προηγούμενα, πρόκειται για το ίδιο κεφάλαιο που έως χθες παγιοποιούταν σε παραγωγικές δραστηριότητες με μέσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα απόδοσης, (μηχανήματα, α’ύλες, πιστώσεις πελατείας, κλπ). Μόνο που τώρα ανακάλυψε ότι μπορεί να επιλέξει και εναλλακτικές τοποθετήσεις σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους, με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, πολύ μικρότερο κίνδυνο και συγκριτικά μεγαλύτερες αποδόσεις.
Την δεκαετία αυτή αναπτύχθηκαν ουσιαστικά και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Η αμερικάνικη οικονομία δοκιμαζόταν από τη κρίση που προαναφέραμε, εμφανίζοντας μεγάλο πληθωρισμό, υψηλή ανεργία, χαμηλά ποσοστά ανάπτυξης. Ως μεγαλύτερο πρόβλημα θα θεωρήσουμε την συνεχή πτώση του περιθωρίου κέρδους της βιομηχανίας (βλ.γράφημα), σε όλη αυτή τη μεταπολεμική περίοδο.
Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση το αμερικάνικο κράτος θεώρησε τον έλεγχο του πληθωρισμού και την υπεράσπιση του δολαρίου ως πρώτες προτεραιότητες και αύξησε ραγδαία τα επιτόκια σε σχεδόν 20%. Η κίνηση αυτή ήταν αποτελεσματική ως προς τον πληθωρισμό και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο δολάριο ως αποταμιευτικό νόμισμα. Είχε όμως δραματικές συνέπειες στην οικονομία: τα υψηλά επιτόκια οδήγησαν στο κλείσιμο χιλιάδες επιχειρήσεις και σε μαρασμό ολόκληρους οικονομικούς κλάδους, ενώ μισθοί και κοινωνικές παροχές άρχισαν να “χάνουν” έδαφος. Για πρώτη φορά από την κρίση του ΄29 καταστρεφόταν παραγωγικό κεφάλαιο της βιομηχανίας, επιδεινωνόταν το βιοτικό επίπεδο του λαού και ελάμβανε χώρα η πιο βίαιη αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα. Σ’αυτό το κλίμα της υψηλής ανεργίας τα συνδικάτα εργαζομένων υπέστησαν απανωτές ήττες, πέρασαν στην άμυνα, κι έχασαν την εμπιστοσύνη του εργαζόμενου λαού.
Η μεγάλη αύξηση των επιτοκίων όμως ξανάδωσε την εμπιστοσύνη στο αμερικάνικο νόμισμα και οι ΗΠΑ προσέλκυσαν τεράστια αποταμιευτικά κεφάλαια απ’όλο τον κόσμο. Την περίοδο αυτή, επίσης, με την ίδρυση του ΟΠΕΚ και τις δύο πετρελαικές κρίσεις, είχαμε τον ..υπερδεκαπλασιασμό της τιμής του πετρελαίου (από 1,90 δολ. το βαρέλι το 1973, σε 28,76 δολ. το 1979). Από την αύξηση αυτή οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες του ΟΠΕΚ δημιούργησαν τεράστια αποθεματικά σε δολάρια (ευρώ-δολάρια ή πετρο-δολάρια), τα οποία αντί να αξιοποιηθούν σε όφελος των ίδιων των πετρελαιοπαραγωγών λαών, κατέφυγαν στις αγορές του Λονδίνου και της Ν.Υόρκης.
Η ανακύκλωση των πετροδολαρίων και η προσέλκυση των παγκόσμιων αποθεμάτων, μαζί με τη διαθέσιμη πλεονάζουσα λόγω κρίσης υπεραξία, οδήγησαν σε μία άνευ προηγουμένου παγκόσμια ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, τόσο ως προς το μέγεθος του, όσο και σε διαφοροποίηση νέων προϊόντων, γεωγραφικής δραστηριοποίησης και εισόδου νέων παικτών στην αγορά.
Η ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου διεθνώς, μέσα από την ανάπτυξη των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, είναι φαινόμενο αυτής της περιόδου. Σημειώνεται ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα δημιουργήθηκαν αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ακριβώς γιατί υπήρχε μεγάλη έλλειψη ρευστότητας στην διεθνή σκηνή. Έτσι, το μεν πρώτο θα χρηματοδοτούσε τα ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια των αγοραστριών χωρών, ενώ η δεύτερη θα χρηματοδοτούσε τα μεγάλα επενδυτικά έργα κυρίως υποδομών που χρειαζόταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός.
Η διεθνής κίνηση κεφαλαίου για άμεσες επενδύσεις πρωτοεμφανίσθηκε χάρη στις πολυεθνικές εταιρείες των ΗΠΑ κυρίως, που μετά την Ευρώπη, εξαπλώθηκαν σ’όλο τον κόσμο. Το γεγονός, όμως, ότι οι περισσότερες χώρες εφάρμοζαν αυστηρούς ελέγχους στην εισαγωγή και εξαγωγή συναλλάγματος (και των κερδών) και ότι πολλά νομίσματα δεν ήταν πλήρως μετατρέψιμα, εμπόδιζε την ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών. Εξ αιτίας,όμως, του ύψους των αποθεμάτων που συνέρευσαν στο κέντρο (Ν.Υόρκη,Λονδίνο) και της ανάγκης αξιοποίησης των, δόθηκαν μαζικά δάνεια στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τα δάνεια αυτά συνοδευόταν, παράλληλα, από προγράμματα δημοσιονομικής εξυγίανσης του ΔΝΤ και συνταγές νεοφιλεύθερης πολιτικής της σχολής του Σικάγου, οι οποίες αποδείχθηκαν καταστροφικές για τις περισσότερες χώρες.
Τα κεφάλαια που είχαν συρρεύσει στο χρηματοπιστωτικό κύκλωμα απολάμβαναν αυτή την περίοδο ανέλπιστες αποδόσεις, μακράν καλύτερες από τα περιθώρια κέρδους στην παραγωγή. Το παραγωγικό κεφάλαιο βλέποντας ότι οι συγκριτικές αποδόσεις στις χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις ήταν καλύτερες, επιδίωξε την βελτίωση του περιθωρίου κέρδους του, είτε μεταναστεύοντας σε αναζήτηση χαμηλότερου κόστους παραγωγής σε τρίτες χώρες (Μεξικό, Κίνα, ...), είτε βελτιώνοντας τις συνθήκες εκμετάλλευσης του σε εθνικό επίπεδο (μείωση του κόστους με την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, απαλλαγή από κοστογόνους περιβαλλοντικούς και λοιπούς όρους λειτουργίας, κλπ). Η κρίση αυτής της περιόδου δεν είναι κρίση έλλειψης κεφαλαίων, αλλά κρίση έλλειψης ευκαιριών στα πλαίσια της εθνικής οικονομίας για την επένδυση αυτών των κεφαλαίων.
Στο νότιο ημισφαίριο, όπου οι ιδιωτικοποιήσεις, ο υψηλός δανεισμός, οι υποτιμήσεις των εθνικών νομισμάτων, κλπ., οδήγησαν στην δημιουργία εκρηκτικών κοινωνικών συνθηκών φτώχειας και εμφάνιση αριστερών πολιτικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές παρά τους ανηλεείς διωγμούς, επιβιώνουν έως σήμερα και διεκδικούν ή έχουν ήδη καταλάβει την πολιτική εξουσία σε αρκετά από αυτά τα κράτη.
Την μεγαλύτερη ώθηση όμως στη διεθνοποίηση και την ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών έδωσε η ιδεολογική και πολιτική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, με την ανάδειξη στις ΗΠΑ και στο Ην.Βασίλειο των κυβερνήσεων Ρήγκαν και Θάτσερ.

Νεοφιλελευθερισμός: απόνερα του ΄60

Μετά από είκοσι περίπου χρόνια κράτους πρόνοιας, σχεδόν πλήρους απασχόλησης και συνεχούς αύξησης των εισοδημάτων, στην δεκαετία του ’60 οι εργαζόμενοι έγιναν λιγότερο “υπάκουοι”. Οι ΗΠΑ έχασαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ενώ σε όλο τον κόσμο το ειρηνικό κίνημα γιγάντωνε. Παράλληλα, ο Τρίτος Κόσμος διεκδικούσε αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου και νέα παγκόσμια τάξη. Η νεολαία έψαχνε μάταια την “απελευθέρωση”, μακριά από τις οικογενειακές αρχές, στα “ναρκωτικά, στο σέξ και στο ροκ & ρόλ”. Ολα αυτά, έλλειψη πειθαρχίας στα εργοστάσια και νεολαία “ανεξέλεγκτη”, προκαλούσε ανασφάλεια και έβαζε σε κίνδυνο όχι μόνο τα περιθώρια κέρδους του κεφαλαίου (βλ.τη μείωση στο σχεδιάγραμμα), αλλά την ίδια την ...ηγεμονία της, .
Δεν είναι περίεργο, λοιπόν που η αστική τάξη όλο αυτό το διάστημα “επώαζε” σε ινστιτούτα και δεξαμενές σκέψης την δική του …απελευθέρωση και την αντιστροφή των συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί. Παραφράζοντας και οικειοποιούμενο πολλά από τα συνθήματα του ’60, ετοίμαζε το ιδεολογικό του οπλοστάσιο με το οποίο θα εξόπλιζε τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις.
Στο ενλόγω οπλοστάσιο συμπεριλήφθηκαν δογματισμοί του τύπου:
- δεν είναι δουλειά του κράτους να μπλέκεται με τις δουλειές,
- η απελευθέρωση από κάθε είδους κανονισμούς (απορρύθμιση) ζωντανεύει την οικονομία
- η ιδιωτικοποίηση κάνει τις δημόσιες επιχειρήσεις να λειτουργούν καλύτερα,
- οι αγορές αυτορρυθμίζονται,
- οι φορολογικές απαλλαγές για τους πλούσιους καταλήγουν μέσω της οικονομικής ανάπτυξης σε όφελος των φτωχών,
- κοκ.
Στον πολιτικό τομέα οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν την κρατική εξουσία, σε όλες της τις μορφές, με πρωτοφανή σκληρότητα και αναλγησία, προκειμένου να καταστείλουν τις κοινωνικές αντιδράσεις.
Στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, τέλος, ο νεοφιλελευθερισμός προώθησε
- την δημιουργία σε παγκόσμιο επίπεδο ευέλικτων δικτύων παραγωγής
- την απορρύθμιση σε όλους τους τομείς
- πολιτικές ελέγχου μισθών μέσω και της ελαστικοποίησης των μορφών απασχόλησης
- χαμηλό πληθωρισμό
- την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και κεφαλαίων
- τον περιορισμό τη δημόσιου τομέα,
- την αναδόμηση του κράτους με την επικράτηση χρηματοοικονομικών προσεγγίσεων αξιολόγησης της δράσης του, κλπ.
Ο νεοφιλελευθερισμός επιβλήθηκε στις ΗΠΑ με την εκλογή το 1979 του Ρόναλντ Ρήγκαν και της “σιδηράς κυρίας” Μάργκαρετ Θάτσερ στην Μεγ.Βρεττανία. Οι αυτές κυβερνήσεις εφάρμοσαν μία πολιτική ελέγχου των μισθών μέσω της διάλυσης των συνδικάτων, καθώς και μείωσης εν γένει του μεριδίου της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν. Παράλληλα, περιόρισαν την εμπλοκή του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στη δράση του κεφαλαίου, ακόμη και σε τομείς που αναπτύχθηκαν παραδοσιακά ως εθνικές υποδομές (σιδηρόδρομοι, τηλεπικοινωνίες, ύδρευση, ενέργεια, κλπ).
Η πολιτική αυτή επέτρεψε μία συνεχή ανάπτυξη και επέκταση των οικονομιών των δύο αυτών χωρών τις επόμενες δεκαετίες, σε σημείο να υπαγορεύουν σε τρίτες χώρες τους όρους και τις προϋποθέσεις ενίσχυσης τους είτε με άμεσες επενδύσεις είτε με νέες πιστώσεις. Το ΔΝΤ την περίοδο αυτή υπαγόρευε σε τρίτες χώρες συνταγές και παραμέτρους πολιτικής, με στόχο την απελευθέρωση από ελέγχους της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και τον έλεγχο του κόστους της εργασίας.
Οι επιτυχίες αυτές της αστικής τάξης δεν θα ήταν εφικτές χωρίς την πλήρη ιδεολογική της επικράτηση. Εκμεταλλευόμενη ιδέες του ’60, όπως ο ατομικισμός, η φαντασία, ο αυθορμητισμός, κλπ, δημιούργησε μύθους που συντηρούν μέχρι σήμερα την ιδεολογική της ηγεμονία. Για παράδειγμα, η χαμηλή ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών από το κράτος (π.χ.) στην υγεία, μας κάνει να συμφωνούμε στην ιδιωτικοποίηση του όλου συστήματος. Ή, ακόμη, οι χαμηλές συντάξεις, μας οδήγησαν στην υιοθέτηση ενός ανταποδοτικού συστήματος συνταξιοδότησης.

Μέσα από την εφαρμογή των παραπάνω πολιτικών,

- για πρώτη φορά μεταπολεμικά, το 1982, μειώθηκε το μερίδιο του κράτους στο ΑΕΠ των ΗΠΑ,

- στις επτά πλουσιότερες χώρες της Δύσης (G7), το μερίδιο της εργασίας (μισθοί, συντάξεις, λοιπές παροχές) μειώθηκε κατά 5,8%, ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος,

- το ύψος των κεφαλαίων που διακινούνταν διεθνώς για τις ανάγκες του εξωτερικού εμπορίου, έφθασε να αντιστοιχεί σε 2-3% των συνολικών ποσών που διακινούνταν στα πλαίσια των κερδοσκοπικών συναλλαγών του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στις νέες αυτές συνθήκες, τα επί μέρους κράτη πλέον εάν ήθελαν να συνεχίσουν να έχουν τις απαραίτητες πιστώσεις διαθέσιμες και τα ξένα κεφάλαια να ενισχύουν τις οικονομίες τους, είτε με την μορφή άμεσων επενδύσεων, είτε με πιο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα (κεφαλαιαγορές), όφειλαν να υπακούν στις απαιτήσεις του διεθνούς κεφαλαίου. Ήτοι, περιορισμός του κράτους στην οικονομία, έλεγχος του εργατικού κόστους/απελευθέρωση αγοράς εργασίας, μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, κλπ. Κράτη που καθυστερούσαν να συντονιστούν στις απαιτήσεις αυτές του διεθνούς κεφαλαίου, απλά έμεναν πίσω στην οικονομική ανάπτυξη/ προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Ο ανταγωνισμός που είχε επιβάλλει μ’αυτό τον τρόπο το διεθνές κεφάλαιο στις χώρες υποδοχής κεφαλαίων, είχε καταστήσει μονόδρομο την νεοφιλελεύθερη συνταγή. Oι κυβερνήσεις των επιμέρους κρατών δεν είχαν πλέον να πείσουν τους λαούς τους για τις πολιτικές τους επιλογές. “Προέκυπτε” πλέον σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα, ότι η άσκηση της οικονομικής πολιτικής παγκοσμίως είχε μπει σε αυτόματο πιλότο. Το χρηματιστικό κεφάλαιο επιπλέον αφού ποδηγέτησε πλήρως τις επιμέρους κυβερνήσεις, αναβάθμισε -αυτονομώντας και ανεξαρτητοποιώντας- τον ρόλο των κεντρικών τραπεζιτών, οι οποίοι ως ανεξάρτητη αρχή πλέον εισηγούταν στις τοπικές κυβερνήσεις τα μέτρα και τις πολιτικές που επιθυμούσε το διεθνές κεφάλαιο.

Αχ, αυτός ο “αυτοκαταστροφικός” καπιταλισμός

Για τον εγκυρότερο ως σήμερα αναλυτή του συστήματος, Κάρολο Μαρξ, οι κρίσεις είναι σύμφυτο και συνεχώς επαναλαμβανόμενο φαινόμενο του καπιταλιστικού συστήματος. Οι περισσότερες θεωρίες για τις κρίσεις που αναπτύχθηκαν στηρίχθηκαν στις δικές του αναλύσεις και επισημάνσεις. Το σημαντικότερο, όμως, κατά την γνώμη πολλών μαρξιστών, είναι ότι παρά την ύπαρξη μιας ολόκληρης τυπολογίας για τις κρίσεις, στον εικοστό αιώνα παρατηρείται μία συνεχώς μειούμενη ενασχόληση με τις κρίσεις. Και όταν υπάρχει ενασχόληση γίνεται όλο και περισσότερο με όρους αστικής πολιτικής οικονομίας.
Παρά την ποικιλία των θεωριών των οικονομικών κρίσεων (κρίσεις υπερπαραγωγής, υποκατανάλωσης, πτώσης ποσοστού κέρδους, κύκλοι τεχνολογικών καινοτομιών, κλπ), η αίσθηση που έχουν οι εργαζόμενοι στις μητροπόλεις του καπιταλισμού (80% του συνολικού πληθυσμού;), είναι ότι το σύστημα δεν έπαψε ποτέ να είναι σε κρίση. Η αίσθηση αυτή συντηρείται από την ίδια την άρχουσα τάξη, μέσω της εκάστοτε εξαγγελλόμενης οικονομικής πολιτικής, προκειμένου να ελέγχεται το ύψος των εργατικών εισοδημάτων.
Άλλο όμως η απλή αίσθηση άλλο η βίωση της ίδιας της κρίσης σε όλη της την ανάπτυξη. Τότε, “η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας, θα έλεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός πόλεμος ερήμωσης της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δεν χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι' αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές”.
Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου του Μάρξ βρίσκουμε το εξής: “Η πραγματική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας”.
Η διατύπωση αυτή αντιστοιχεί στην με μαθηματική προσέγγιση ανάλυση του Μάρξ για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, μέσω της πραγμάτωσης της υπεραξίας την στιγμή της κατανάλωσης. Στις κρίσεις της χρηματοπιστωτικής σφαίρας της τελευταίας 30ετίας, παρατηρούμε ότι όλες σχεδόν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο συνδέονται με την φτώχεια: κρίσεις αποπληρωμής δανεισμού φτωχών χωρών του τρίτου κόσμου, κρίσεις στεγαστικών δανείων που πήραν οι φτωχοί αμερικανοί, κλπ. Επειδή είναι μέσα στη λογική της ίδιας της εμπορικής διαπραγμάτευσης να ρίχνεται ο αδύνατος-φτωχός (χώρα ή άνθρωπος), οι κρίσεις και με την έννοια αυτή της απλής λογικής είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα.

Πώς επωάστηκε η τωρινή κρίση

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει επεκταθεί τόσο εκτατικά (σε όλη την οικουμένη), όσο και ποιοτικά: συμμετέχει σ’αυτό με τις οικονομίες του ο έλληνας συνταξιούχος, από κοινού με τα αποθέματα του κοινοτικού ταμείου κάποιου απομακρυσμένου δήμου της Σκανδιναβίας. Εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ αποτελούν το κέντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι κρίσεις ξεκινούν και επιστρέφουν πάντα σ’αυτές.
Η τωρινή κρίση στις ΗΠΑ αποτελεί την κορύφωση μιας σειράς μικρότερων κρίσεων που προηγήθηκαν και οι οποίες είχαν οδηγήσει την άρχουσα τάξη στον εφησυχασμό, ότι το σύστημα -με την παρέμβαση έστω του κράτους- μπορεί να ανταπεξέρχεται σ’αυτές. Με την έννοια αυτή έχουμε το 1982 την πρώτη μεγάλη κρίση στην αδυναμία εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους από την κυβέρνηση του Μεξικού. Η αδυναμία αυτή είχε έλθει ως αποτέλεσμα της μεγάλης αύξησης των επιτοκίων των ΗΠΑ. Για την αντιμετώπιση της, οι χρηματοδότριες τράπεζες συνεργάσθηκαν και για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν καινοτόμα χρηματοπιστωτικά προιόντα τιτλοποίησης αυτού του χρέους, τα οποία διατέθηκαν στις παγκόσμιες αγορές.
Στη συνέχεια έχουμε την χρηματιστηριακή κρίση του 1987, οπότε έγινε σλόγκαν το “όταν φταρνίζεται η Ν.Υόρκη, παθαίνει κρυολόγημα η υφήλιος”. Κρίσεις με επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία αρχίσαμε να έχουμε κάπου στις αρχές της 10ετίας του ΄90, με την κρίση του Μεξικού. Ακολούθησαν στη συνέχεια οι νομισματικές κρίσεις στις χώρες της Άπω Ανατολής, η Ρωσία με την Βραζιλία το 1997-98 και η κρίση της Αργεντινής το 2001. Τα πρώτα συμπτώματα αυτής της σημερινής κρίσης εμφανίστηκαν στα μέσα του 2006 στον τομέα της στεγαστικής πίστης. Οι απαρχές της κρίσης αυτής όμως θα πρέπει να αναζητηθούν στο σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας στις ΗΠΑ των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας το 2001.
Η πραγματική οικονομία των ΗΠΑ όλο αυτό το διάστημα, από το 1982 και μετά, πήγαινε διάνα. Το περιθώριο κέρδους του κεφαλαίου πήρε πάλι την ανοδική πορεία, η κερδοφορία των εταιρειών εκτοξεύθηκε στα ύψη, ο ρυθμός ανάπτυξης επανήλθε σε ρυθμούς 4%. Η εργατική τάξη από την άλλη την περίοδο αυτή γνώρισε συντριπτική ήττα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του μεριδίου της στον συνολικά παραγόμενο πλούτο (-5,8% στις χώρες του G7, -8,6% στην Ευρώπη των 15). Σε όλο αυτό το διάστημα, ωστόσο, οι αστοί οικονομολόγοι δεν έπαυσαν στιγμή να μιλούν για “υφέρποντα στασιμοπληθωρισμό”. Βλέποντας όμως να μην έρχεται η μεγάλη κρίση και το σύστημα να βιώνει μικρές κρίσεις τις οποίες ξεπερνούσε σχετικά εύκολα και γρήγορα, θριαμβολόγησαν ότι ο καπιταλισμός πλέον δεν πρόκειται να ξαναζήσει κρίσεις σαν του ’29.
Η ανάπτυξη στις ΗΠΑ, ωστόσο, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην επέκταση/τόνωση της ζήτησης, όχι με πραγματική αύξηση των εισοδημάτων, αλλά με την πιστωτική επέκταση των τραπεζών στους ιδιώτες.
Η πιστωτική επέκταση στους ιδιώτες, αλλά και η γενικότερη εμπλοκή των ιδιωτών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με την συμμετοχή τους στην χρηματιστηριακή αγορά κατά κύριο λόγο, δεν είναι πολιτικά αθώα. Με τα στεγαστικά και τα ενυπόθηκα καταναλωτικά δάνεια, η υποδούλωση των εργαζομένων στις επιταγές του κεφαλαίου έγινε πλήρης. Βίωσαν οι εργαζόμενοι την μεγαλύτερη όλων “ανελευθερία”, την οικονομική, σε ένα σύστημα που βαφτίσθηκε “λαϊκός καπιταλισμός”.
Μετά την χρηματιστηριακή κρίση της φούσκας των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, η οικοδομική δραστηριότητα λειτούργησε ως ατμομηχανή της αμερικάνικης οικονομίας. Τα επιτόκια λόγω της κρίσης είχαν φθηνύνει πολύ και ο μέσος αμερικάνος έβλεπε πλέον ως εφικτό το όνειρο να αποκτήσει το “δικό του κεραμίδι”. Τα δάνεια δινόταν αφειδώς, δημιουργώντας μεγάλη ζήτηση για κατοικίες, με αποτέλεσμα οι τιμές των τελευταίων να εκτοξεύονται. Οι στεγαστικές τράπεζες έδιναν δάνεια, έχοντας ως εξασφάλιση τα ίδια τα σπίτια, η αξία των οποίων, χρόνο με το χρόνο, μεγάλωνε. Ωθούμενες από την ίδια τη φύση τους της συνεχούς επέκτασης και μεγέθυνσης, και προκειμένου να βρουν πρόσθετα κεφάλαια, κατέφυγαν στη λύση της τιτλοποίησης: δανείζονταν από τις επενδυτικές τράπεζες, δίνοντας ως ενέχυρο ομαδοποιημένα σε πακέτα τα στεγαστικά δάνεια που είχαν χορηγήσει. Επειδή όμως η εν δυνάμει πελατεία τελειώνει κάποια στιγμή, πολλές στεγαστικές τράπεζες, στην προσπάθεια τους να κερδίσουν περισσότερα από αύξηση εργασιών, από τις προμήθειες των σχετικών εργασιών και από μεγαλύτερα επιτόκια άρχισαν να απευθύνονται και στην χαμηλότερη εισοδηματικά πελατεία. Οι ενλόγω τράπεζες επαναπαυόμενες στο ότι οι τιμές των ακινήτων θα ανεβαίνουν συνεχώς και ότι σε περίπτωση μη εξυπηρέτησης των δανείων τα λεφτά θα καλυπτόταν από την ρευστοποίηση του σπιτιού, χορηγούσαν στεγαστικά ακόμη και σε ...ζητιάνους.
Ετσι όμως μπήκαμε σταδιακά στην φάση κορεσμού της ζήτησης νέων κατοικιών από τους καταναλωτές και υπερπροσφοράς από την άλλη όλο και περισσότερων οικιστικών προγραμμάτων. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων, είχε ως αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση των τιμών τα ακινήτων, η οποία στη διετία 2006-2008 ανήλθε σε 20%.
Εκτός όμως από τα στεγαστικά για την ιδιοκατοίκηση οι κατοικίες αποτελούν στις ΗΠΑ την κατ’εξοχή εξασφάλιση που προσφέρεται στις τράπεζες για τον προσπορισμό καταναλωτικών δανείων. Κάθε που καταγραφόταν αύξηση στις τιμές των ακινήτων, οι ιδιοκτήτες απευθυνόταν στην τράπεζα για πρόσθετη χρηματοδότηση. Από το συνολικό ποσό των εκταμιευόμενων αυτών δανείων, το μισό και παραπάνω προοριζόταν για αναχρηματοδότηση παλαιότερων χρεών. Οταν όμως οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να μειώνονται αντί να αυξάνουν,
- η χαμηλότερη εισοδηματικά πελατεία άρχισε να μη πληρώνει,
- οι εμπορικές τράπεζες δεν μπορούσαν στους πλειστηριασμούς να πάρουν πίσω τα λεφτά τους
- για να πληρώσουν τις επενδυτικές τράπεζες, οι οποίες καλούνταν σταδιακά να καταγράψουν ως ζημίες δις δολ., εξ αιτίας αυτής της κατάστασης.
Από την παραπάνω “μηχανική” της κλιμάκωσης της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων προκύπτει ότι η πραγματική αιτία παραμένει πάντα η φτώχεια (βλ.απόσπασμα πιο πάνω). Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι είχαμε εδώ την “εκδίκηση” της αμερικάνικης φτώχειας, που αφού πέρασε καλά με δανεικά κι αγύριστα τα τελευταία χρόνια, τους υποχρέωσε σε ένα ντόμινο συρρίκνωσης του πλούτου τους. Δυστυχώς όμως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα είναι αυτά που πλήττονται περισσότερο από τις κρίσεις. Η παραπάνω κλιμάκωση της κρίσης είχε την αφορμή της μόνο στα στεγαστικά δάνεια. Η αιτία, όπως προαναφέραμε, βρίσκεται στα μακροοικονομικά μεγέθη των ΗΠΑ και των ενγένει δυτικών οικονομιών. Βάσει αυτών η κρίση στην πραγματική οικονομία προυπήρχε της χρηματοπιστωτικής κρίσης και εξακολουθεί να είναι σε πλήρη εξέλιξη.

Ποιος κυβερνάει αυτόν τον κόσμο;

Αναφέρθηκε παραπάνω ότι το κεφάλαιο επεδίωξε τα τελευταία τριάντα χρόνια να επιβληθεί τόσο εκτατικά (παγκοσμίως) όσο και στον εθνικό του χώρο (αναδιανομή εισοδήματος), διευρύνοντας το μερίδιο του επί του παραγόμενου πλούτου σε βάρος του κόσμου της εργασίας.
Η περίοδος αυτή θα μείνει στην ιστορία ως περίοδος ανάπτυξης χωρίς δημιουργία θέσεων απασχόλησης (“jobless development”) και αύξησης της παραγωγικότητας, χωρίς ισόποση αύξηση των μισθών. Το μοντέλο δοκιμάστηκε, πέτυχε και τα επιτελεία των κεντρικών αγορών της Wall Street και του City του Λονδίνου δεν είχαν παρά να το επεκτείνουν παγκοσμίως. Στην κατεύθυνση αυτή, έγινε προσπάθεια να θεσμοθετηθεί η αρπακτικότητα του κεφαλαίου μέσα από νέους σχετικά οργανισμούς (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ΜΑΙ-Διακρατικά Σύμφωνα Επενδύσεων,…), ακυρώνοντας στην πράξη οργανισμούς που είχε ιδρύσει το ίδιο και θα μπορούσαν να του προσδώσουν την απαιτούμενη νομιμοποίηση και συναίνεση στις επιλογές του.
Ειδικά μετά την κατάρρευση των χωρών του ανατολικού μπλοκ και στα πλαίσια της νέας τάξης πραγμάτων, η μητρόπολη του καπιταλισμού πίστεψε ότι θα μπορούσε να επιβληθεί ως παγκόσμιος χωροφύλακας, με την δύναμη των όπλων.
Με την εγγενή δυναμική του επέκτασης παγκοσμίως και την απελευθέρωση των αγορών που κατέστησαν εφικτή αυτή την επέκταση, το κεφάλαιο θεσμοθέτησε κανόνες ορθής συμπεριφοράς και πολιτικής, από τους οποίους δεν μπορούσε να αποκλίνει κανένα κράτος. Σε περίπτωση ανυπακοής κάποιου κράτους (π.χ. αυξάνοντας τους μισθούς ή τις κοινωνικές δαπάνες, μη προχωρώντας σε ιδιωτικοποιήσεις, κλπ) η αντίδραση του κεφαλαίου ήταν άμεση: το ΔΝΤ αρνείται να εγκρίνει την επόμενη πίστωση, οι θεσμικοί επενδυτές ρευστοποιούσαν τις θέσεις τους στην ντόπια κεφαλαιαγορά, κλπ.… Χωρίς να έχει οικουμενική κυβέρνηση το κεφάλαιο κατάφερνε να υπαγορεύει τους ομοιόμορφους κανόνες του ορθής συμπεριφοράς παγκοσμίως, με ξεκάθαρο στόχο την εκμετάλλευση των φθηνών α’υλών, της φθηνότερης εργατικής δύναμης και της δυνατότητας κερδοσκοπίας ακόμη και πάνω στα τοπικά νομίσματα. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις των επιμέρους κυρίαρχων κρατών, χωρίς κανένα διεθνή συντονισμό στον τομέα των ακολουθούμενων οικονομικών πολιτικών, βρέθηκαν εξαναγκασμένες να συμμορφώνονται με τις συστάσεις των ξένων νεαρών αναλυτών, προκειμένου να μη χάσουν την εύνοια του διεθνούς κεφαλαίου. Η ενσωμάτωση των εθνικών οικονομιών στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, μετέτρεψε τα κριτήρια λήψης των πολιτικών αποφάσεων από καθαρά οικονομικά, σε χρηματοπιστωτικά. Μέρος μάλιστα των αποφάσεων αυτών (έλεγχος νομίσματος, διεθνής δανεισμός, κλπ) αναλήφθηκε από τους ίδιους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, με προεξάρχουσες τις κεντρικές τράπεζες.
Το γεγονός κατέληξε να ενοχλεί τους πολιτικούς οι οποίοι βέβαια ως προσωπικό του κεφαλαίου εξέφραζαν απλά τη δυσαρέσκεια τους κι εκτελούσαν τις εντολές. Όταν εκδηλώθηκε όμως η κρίση εμπιστοσύνης στον διατραπεζικό δανεισμό και ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ τραπεζών και κρατών, με επαπειλούμενη την χωρίς επιστροφή κατάρρευση του συστήματος, οι πολιτικοί με θεατρικό τρόπο ανέλαβαν να δηλώσουν θορυβωδώς παρόν, για να πάρουν την ρεβάνς από την “σκιώδη κυβέρνηση” του κεφαλαίου.

Πως ξημερώνει το αύριο

Μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, εμφανίστηκε με το ιδεολόγημα της Νέας Τάξης πραγμάτων να διεκδικεί την αποκλειστική ηγεμονία στο παγκόσμιο σύστημα. Η κρίση των χρηματοπιστωτικών αγορών αποτέλεσε ένα καταστρεπτικό κτύπημα αυτών των φιλοδοξιών, δεδομένου ότι η φθορά είχε προηγηθεί: η αποτυχία στο ΙΡΑΚ, το αδιέξοδο στο Αφγανιστάν, η απώλεια της Λατινικής Αμερικής, … Ακόμα και αν η ύφεση είναι συντομότατη, οι ΗΠΑ θα δυσκολευθούν πλέον να αγνοήσουν τους διεθνείς οργανισμούς και να απευθυνθούν μόνες τους στον κόσμο, προτείνοντας μοντέλα οικονομικής πολιτικής ή εξαγωγής δημοκρατίας.
Με γεωπολιτικούς όρους, ξαναζωντανεύουν τα σενάρια ότι οι ΗΠΑ θα γνωρίσουν την μοίρα που γνώρισαν οι κυρίαρχοι Ολλανδοί τον 17ο αιώνα ή οι Άγγλοι που τους διαδέχθηκαν από τον 19ο, ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Η Κίνα που υπήρξε η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη του κόσμου πριν την εκβιομηχάνιση της Δύσης, εμφανίζεται μέσω των προβολών στατιστικών στοιχείων στο μέλλον και προβλέψεων να ξανακερδίζει το 2050 την πρώτη θέση.
Είναι δύσκολο να αναμένει κανείς, όμως, ότι οι ΗΠΑ με την πιο ισχυρή στρατιωτική μηχανή του κόσμου θα προσαρμοσθούν ειρηνικά στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα. Οι περιπέτειες της στην Μέση Ανατολή και την Κ.Ασία, με καταφανέστατο στόχο την ληστρική εκμετάλλευση του ντόπιου πλούτου, δεν αποκλείεται να αποτελούν τα δείγματα γραφής του μόνου είδους ηγεμονίας που μπορούν να ασκήσουν πλέον στον κόσμο, σ΄αυτή τη φάση της παρακμής τους.
Από την άλλη, με την αλληλεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα στα επιμέρους εθνικά καπιταλιστικά συστήματα (π.χ. η Κίνα να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα των ΗΠΑ, το φυσικό αέριο της Ρωσίας να τροφοδοτεί την Ευρώπη, κλπ) το κεφάλαιο έχει συμφέρον να διατηρηθεί η ειρήνη μεταξύ των πρωταγωνιστών της παγκόσμιας σκηνής. Με την έννοια αυτή η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου ενδεχομένως να εγκυμονεί ειρηνοποιά χαρακτηριστικά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο καπιταλισμός, και άλλη φορά, στην φάση της έντονης ανάπτυξης του, συνετέλεσε στην μεγαλύτερη σε διάρκεια περίοδο ειρήνης που γνώρισε ποτέ η Ευρωπαϊκή ήπειρος. Και τότε, η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και οι μεγάλες κεφαλαιουχικές επενδύσεις σε υποδομές μεταφορών (σιδηρόδρομοι, λιμάνια, κλπ) προϋπόθεταν ειρήνη τόσο για την ευόδωση των εργασιών, όσο και για την απόδοση των επενδύσεων.
Στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, η ολοκληρωτική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού τις τρείς τελευταίες δεκαετίες προυποθέτει πνευματική εγρήγορση και κοινωνικούς αγώνες για να ανατραπεί. Προσπάθεια, στο πολιτικό πεδίο προκειμένου να ανατραπούν όλες οι ήδη θεσμοποιημένες εκφάνσεις του: τρομονόμοι, προσωπικά δεδομένα, σεξιστικές και λοιπές αντιδραστικές ρυθμίσεις. Αγώνες στο κοινωνικό πεδίο, προκειμένου να καλλιεργηθεί και πάλι η συνδικαλιστική συνείδηση και η συμμετοχή στα κοινά, με στόχο να κατακτηθούν τα θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα της εργασίας, της μόρφωσης και της υγείας, ως το πρώτο βήμα για την διαμόρφωση ενός κόσμου στον οποίο ο άνθρωπος θα ελέγχει συνειδητά τις παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας και θα …πειραματίζεται στα συμμετοχικά και αμεσοδημοκρατικά συστήματα διακυβέρνησης.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Και η ζωή συνεχίζεται...

Μας έχουν τρελλάνει; Ψαχνόμαστε τι πρέπει να κάνουμε με τις τρείς κι εξήντα καταθέσεις που έχουμε; Κόψαμε και τις περιττές δαπάνες στο supermarket; Oλοι έτσι κάνουν;

ΟΧΙ. Κι επειδή η φτώχεια θέλει καλοπέραση, ακούστε…

1. Στο κρατίδιο του Μονακό, στο ακριβότερο εστιατόριο του κρατιδίου με το όνομα Hôtel de Paris, ένας μεζές 50 γραμμαρίων από περσικό χαβιάρι κοστίζει 408 Ευρώ και μπορείς να τον συνοδεύσεις με ένα κρασί από την μεγαλύτερη κάβα του κόσμου που περιέχει 250 χιλ.φιάλες. Σ’αυτό το εστιατόριο λοιπόν διοργάνωσε γεύμα για πενήντα μεγαλο-στελέχη του ο πρόσφατα διασωθείς βελγ-ολλανδο- λουξεμβουργιανός κολοσσός με το όνομα FORTIS. Οι τρείς κυβερνήσεις μαζί χρειάσθηκε να πληρώσουν για την σωτηρία του 11,2 δις Ευρώ. Τώρα που σώθηκε ξέρετε πόσα πλήρωσε για ΕΝΑ γεύμα πενήντα ατόμων στο Μονακό; 3.000 Ευρώ το κεφάλι. Και η δικαιολογία τους; Το γεύμα είχε προγραμματισθεί πριν την κρίση!!!

2. Όπως όλοι οι μέτοχοι και τα μεγαλοστελέχη των εισηγμένων στα χρηματιστήρια, έτσι κι ο πρόεδρος της Societe General γνωστοποίησε στην γαλλική κεφαλαιαγορά τις αγοραπωλησίες μετοχών της τράπεζας που έκανε για προσωπικό λογαριασμό. Ενα ελεύθερο γαλλικό δημοσιογραφικό site Mediapart έκανε το απλό πράγμα, να πάρει τις ανακοινώσεις αυτές και να υπολογίσει αν ο κος Πρόεδρος κέρδισε ή έχασε από τις αγοραπωλησίες της μετοχής του. Και να τι προέκυψε: σε λιγότερο από 3,5 μήνες, από το καλοκαίρι και μετά, ο πρόεδρος της Societe General «κονόμησε» παίζοντας την μετοχή του περί τα 1,3 δις Ευρώ. Μόνο.

3,4,5,… Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα από τέτοιες στιγμές της καθημερινότητας για να πεισθούμε ότι η ζωή συνεχίζεται.
Μήπως, ωστόσο, πρέπει να υπάρξει και κάποια τομή σε μια τέτοια ζωή;
Σενάρια τρόμου;

Βρισκόμαστε σε πλήρη εκδήλωση των συμπτωμάτων μιας κρίσης, στο ξέσπασμα της οποίας ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι, λένε, απλώς το "τράβηγμα της σκανδάλης" και η "κορυφή του παγόβουνου".

Ακούμε για επιχειρήσεις κολοσσούς να καταρρέουν, για κράτη να κινδυνεύουν να πτωχεύσουν, αλλά εμείς, για την ώρα τουλάχιστον, καταλάβαμε τίποτα; Αν δεν ήταν οι πτωχεύσεις τεραστίων πολυεθνικών, με υπεραιωνόβια ιστορία, θα λέγαμε ότι όλος αυτός ο θόρυβος δεν είναι παρά ένα ακόμη made in USA σενάριο τρόμου, για να μας τα πάρουν ακόμη μια φορά.

Γιατί αυτό κάνουν ήδη με τις εξαγορές και τις κεφαλαιακές ενισχύσεις. Παίρνουν λεφτά από τον κρατικό κορβανά, τον οποίο γεμίζουμε με συντριπτικά άνισο τρόπο τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, και τα δίνουν σε ενίσχυση κάποιων μεγαλο-καπιταλιστών. Και νάστε σίγουροι ότι το σενάριο, μετά τις μεγάλες αρπαχτές αυτών των ημερών και τις παπαρολογίες περί νεο-κευνσιανής πολιτικής, θα εξελιχθεί με περικοπές στον τομέα των κοινωνικών παροχών και των κρατικών ενγένει δαπανών για τους πολλούς.

Οι κρίσεις είναι εγγενείς στην φύση του καπιταλισμού, όπως από τον 19ο αιώνα είπε και ο θείος Μάρξ. Στην τελική το ποιος πληρώνει τον βαρκάρη έχει σημασία. Και όσο τα εργατικά και κοινωνικά κινήματα βιώνουν τη μεγάλη ιδεολογική και πραγματική ήττα τους, που ξεκίνησε αμέσως μετά τον Γαλλικό Μάη, ο βαρκάρης ξέρει από ποιόν θα τα πάρει.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Για τα “τοξικά” ομόλογα

Με τέτοιο πανικό γύρω από την χρηματοοικονομική κρίση, να μη ξέρει η 'παρέα' για την “πέτρα του σκανδάλου”;
Για τα “τοξικά” ομόλογα -όπως τα βάφτισαν τα δικά μας ΜΜΕ-και τα οποία δεν είναι τίποτα άλλο από τα γνωστά, στους περισσότερους, ως “παράγωγα”;

Εχουμε και λέμε λοιπόν…
Πρόκειται για μία αγορά παράγωγων/συμβολαίων αξίας 531 τρις δολ.ΗΠΑ σήμερα, έναντι 106 τρις το 2002 και πενταροδεκάρων είκοσι χρόνια πριν. Το όνομα τους οφείλεται στο γεγονός ότι η αξία τους “παράγεται” από άλλα περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, επιτόκια, δάνεια, εμπορεύματα, …). Θεωρητικά, σχεδιάστηκαν προκειμένου να αμυνθεί κάποιος επενδυτής σε ενδεχόμενες μελλοντικές ζημίες του.

“Αυτό που ανακαλύψαμε στο πέρασμα των χρόνων είναι ότι τα παράγωγα υπήρξαν ένα εξαιρετικά χρήσιμο μέσο μεταφοράς του κινδύνου, από εκείνους που τον φοβούνται σε εκείνους που θέλουν και μπορούν να τον αναλάβουν” είπε ο κος Greenspan το 2003 σε επιτροπή της Βουλής. “Πιστεύω ότι θα ήταν λάθος να ρυθμίσουμε περαιτέρω αυτή την αγορά”.
Πηγή της δήλωσης αυτής καθώς και των άλλων στοιχείων αυτού του post, είναι κύριο άρθρο της International Herald Tribune (http://www.iht.com/articles/2008/10/09/business/09greenspan.php), στο οποίο ο αρθρογράφος ενοχοποιεί τον πρώην διοικητή της Fed για την σημερινή κρίση.

Ο γνωστός μεγαλοτραπεζίτης George Soros δεν επένδυσε ποτέ σε παράγωγα, γιατί, λέει, “δεν καταλαβαίνουμε πως πραγματικά δουλεύουν”.
Ο άλλος γνωστός μεγαλοχρηματιστής Warren Buffett δήλωσε, προ πενταετίας, ότι τα παράγωγα είναι “χρηματοοικονομικοί πύραυλοι μαζικής καταστροφής, των οποίων οι κίνδυνοι είναι θανάσιμοι, ακόμη κι αν δεν φαίνονται σήμερα”.
Για να κλείσουμε με τον επίσης μεγαλοτραπεζίτη Felix Rohatyn, ο οποίος βάφτισε τα παράγωγα ως “βόμβες υδρογόνου”.
Όλα αυτά τα όπλα μαζικής καταστροφής που ευθύνονται για 3,4 εκατ.κατασχέσεις σπιτιών, ετησίως, σχεδιάστηκαν στα πλαίσια του φιλόδοξου πειράματος του Greenspan “ν’αφήσει τις δυνάμεις της αγοράς ελεύθερες”. Και τώρα που τόσος κόσμος πληρώνει τις συνέπειες εκείνης της πολιτικής, κοιτάτε τι βρήκε να πει σε πρόσφατη ομιλία του: “Σε ένα σύστημα αγοράς που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, η φήμη αποτελεί ουσιαστική οικονομική αξία. Είμαι κατά συνέπεια πολύ λυπημένος για τον βαθμό στον οποίο αφήσαμε το ενδιαφέρον μας για την φήμη να ατονήσει”, αναφερόμενος προφανώς στα προβλήματα ρευστότητας της αγοράς και στην αδυναμία μιας τράπεζας, να δανειστεί από μια άλλη.
Κι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε για πάνω από είκοσι χρόνια πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Ξέρουμε, άραγε, πραγματικά το ποιόν αυτών που μας κυβερνούν;

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Η αναπαραγωγή του είδους

O καπιταλισμός, με την συγκέντρωση της παραγωγής των αγαθών στα εργοστάσια, αφαίρεσε από την οικογένεια την ικανότητα και την ικανοποίηση της ιδιοπαραγωγής των αγαθών που χρειαζόταν. Το τελευταίο οχυρό που έπεσε από τις επεκτατικές δυνάμεις όσμωσης της αγοράς, ήταν το έργο της αναπαραγωγής, που πέρα από την καθ’αυτό πράξη της διαιώνισης του είδους, περιλαμβάνει την ανατροφή και φροντίδα των παιδιών..
Από τις αρχές του εικοστού αιώνα ένα πλήθος ειδικών –ιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί, κά- εκτίμησαν ότι το μεγάλωμα των παιδιών είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για την εμπιστεύεται το κράτος σε … ερασιτέχνες.
Ηδη, εκ των πραγμάτων οι μαιευτήρες στις κλινικές ανέλαβαν την ευθύνη στη γέννα και οι παιδίατροι την ευθύνη για την υγεία του παιδιού. Μαζί μ’αυτούς όμως ήρθαν σταδιακά
- τα εγχειρίδια για την ανατροφή των παιδιών -οδηγίες χρήσης για κάθε νέα μητέρα-,
- η δημόσια μαζική εκπαίδευση να φροντίζει για το μυαλό του κι όχι μόνο,
- η βιομηχανία τροφίμων μέσω του σουπερμάρκετ να φροντίζει για τη διατροφή του και
- το Χόλυγουντ για τους …μύθους του.

Εν ολίγοις το μεγάλωμα των παιδιών ανέλαβαν όλοι αυτοί οι «υποκατάστατοι γονείς», που είναι υπόλογοι στο κράτος, στις ελεγκτικές αρχές, στους κώδικες δεοντολογίας κάθε επαγγέλματος, αλλά λίγο έως καθόλου στους ίδιους τους γονείς, την δουλειά των οποίων προσφέρθηκαν και ανέλαβαν.

Το νέο ζευγάρι διακατέχεται πλέον από ένα αίσθημα γενικής απειρίας κι αδεξιότητας. Όπως δεν ξέρει ή φοβάται να χειρισθεί χωρίς το εγχειρίδιο μια σύνθετη συσκευή όπως το ..πλυντήριο ρούχων, έτσι ανοίγει πάλι το εγχειρίδιο για να μελετήσει για
- τα γεύματα του παιδιού (θέλει μελέτη το να μην αφήνεις το παιδί σου νηστικό),
- το πως να δείχνεις την αγάπη στο παιδί σου (υποπαράγραφος 5.1.11, για την τεχνική μιας ζεστής αγκαλιάς μιας συνύπαρξης με αμοιβαίο σεβασμό) και
- την πειθαρχία στους κανόνες της κάθε κουλτούρας (που εξασφαλίζει την συνέχεια και συνεννόηση των γενεών και την επιβίωση της ίδιας της κουλτούρας).

Μετά έναν αιώνα που το σύστημα κατάφερε να αφαιρέσει από τον άνθρωπο κάθε ίχνος αυτοπεποίθησης, αυτάρκειας, αυτοεκτίμησης, προσφέροντας έστω σ’ αντάλλαγμα την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, είναι καιρός να διεκδικήσουμε το δικαίωμα να ζούμε με τα παιδιά μας, δείχνοντας τα συνέχεια το πόσο πολύ τα αγαπάμε, χωρίς την μεσολάβηση και την έγνοια των ειδικών.