Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Μας ψεκάζουν. Αλλά, από μέσα...



Υπάρχουν κάποιοι, καθώς πρέπει διανοούμενοι, οι οποίοι ειρωνεύονται την πολύ πλατιά διαδεδομένη στην κοινωνία μας άποψη ότι μας ψεκάζουν. 
Ο σοφός λαός όμως  -που ποτέεεεε δεν κάνει λάθος...- δείχνει τις καμπυλωτές άσπρες ουρές που αφήνουν κάτι μαύρα ιπτάμενα σημαδάκια εκεί ψηλά στον ουρανό και νοιώθει σχεδόν την υγρασία από τα χημικά που ρίχνουν. Πώς αλλοιώς, βλέπεις, θα μπορούσε να εξηγήσει ο πάνσοφος αυτός λαός το γεγονός ότι έχουμε υποστεί τα πάνδεινα και ως κοινωνία παραμένουμε για την ώρα κλινικά νεκροί, δεν αντιδρούμε.

«Πριν από τουλάχιστον 40 χρόνια ο Vance Packard, στο βιβλίο του The Hidden Persuaders, που σημείωσε τεράστια επιτυχία, παρουσίασε στο ευρύ κοινό την έννοια της «ασυναίσθητης αντίληψης». Συγκεκριμένα ο συγγραφέας μιλάει στο έργο του για τη γνωστή ιστορία του μηνύματος «ΠΙΕΙΤΕ ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ» που εμφανίζεται στιγμιαία κατά την προβολή μιας κινηματογραφικής ταινίας, ώστε να προξενήσει ασυνείδητα αίσθημα δίψας στους θεατές. Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν από καιρό ότι ερεθίσματα ασθενή,  εξασθενημένα ή μικρής διάρκειας, αν και συχνά δεν γίνονται αντιληπτά ενσυνειδήτως, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε συμπεριφορική απόκριση.» (σελ.120)
Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν από καιρό, αλλά ο κύριος Packard συγκαταλέγεται για τους παραπάνω διανοούμενους μας, ακόμα και σήμερα, μεταξύ των συνωμοσιολόγων, κι ως εκ τούτου δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς στα σοβαρά μαζί του.   

Οι νευρολόγοι, ωστόσο, με ηλεκτρόδια μέσα στον εγκέφαλο και καταγραφικά μηχανήματα υψηλής ακρίβειας, προχώρησαν σε πειράματα και
«μελέτες που ακολούθησαν τεκμηρίωσαν το ενλόγω φαινόμενο. Στο εργαστήριο, η ασυναίσθητη αντίληψη –σήμερα ονομάζεται συχνά ‘αντίληψη χωρίς επίγνωση’- συνήθως καταδεικνύεται αν εκθέσουμε το άτομο σε ερεθίσματα υπερβολικά ασθενή, υπερβολικά σύντομα ή με υπερβολική ποσότητα ‘θορύβου’ για να γίνουν αντιληπτά ενσυνειδήτως, τα οποία όμως αρκούν για να επηρεάσουν τις ενέργειες του ατόμου στο πεδίο των λεκτικών επιλογών ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. Για παράδειγμα, αν παρουσιαστεί στο άτομο η λέξη ‘όπλο’ για μικρό χρονικό διάστημα, το άτομο θα πει μεν ότι δεν είδε τίποτα, όμως αν κατόπιν του ζητηθεί να επιλέξει μια λέξη που να ταιριάζει στη λέξη ‘σφαίρα’, είναι πιθανότερο να επιλέξει τη λέξη ‘πυροβολισμός’ παρά ‘υδρόγειος’». (σελ.121)

 Μερικά καρέ διάρκειας μόλις κάποιων δεκάδων msec, παρεμβαλόμενα ανά τακτά χρονικά διαστήματα,  στη ροή μιας ταινίας, διαφήμισης, τηλεοπτικού προγράμματος, κλπ,  είναι υπεραρκετά. Μια εικόνα χίλιες λέξεις δεν λεν? Ή μήπως πιστεύει κανείς ότι  με δικό τους το χόλυγουντ, με δικά τους κανάλια, με δικές τους εκπομπές αντιστάθηκαν στον πειρασμό στο να μας χειραγωγήσουν μ’αυτόν τον ύπουλο τρόπο. Υπουλο κι απαράδεκτο ταυτόχρονα, γιατί ακυρώνουν την βασικότερη των ανθρώπινων ελευθεριών, αυτή της ελεύθερης βούλησης και επιλογής.  Αυτή που ούτε ο …θεός δεν τόλμησε να ακουμπήσει, αφήνοντας στον άνθρωπο την δυνατότητα να βρει τον δρόμο μόνος του, μεταξύ του καλού και του κακού.
Αφ’ ης στιγμής η ματαιοδοξία και ο κυνισμός του πολιτικού προσωπικού, επέτρεψε  να εξομοιωθεί  ο πρόεδρος/ πρωθυπουργός της χώρας ή ένα κόμμα ολόκληρο με την μάρκα ενός απορρυπαντικού, ποιος θα σταμάταγε μετά τους πολιτικούς συμβούλους και τους διαφημιστές από το να κάνουν χρήση τέτοιων αποτελεσματικών, σύμφωνα με τους ψυχολόγους, πρακτικών? Ειδικά όταν το διακύβευμα είναι τόσο μεγάλο τόσο ο κοινωνικός έλεγχος και η διατήρηση της εξουσίας. Και αν δεν το έκανε ο αγαπημένος μας βουλευτής ή κόμμα, στην τελική, μήπως δεν υπάρχει πάντα δίπλα στο κράτος κι ένα παρακράτος, ως «εναλλακτική» του πλούτου που χρηματοδοτεί;
Είναι παραπάνω από πιθανό ότι μας «ψεκάζουν» λοιπόν.  Αλλά όχι με εκείνα τα αεροπλάνα με την μακρινή άσπρη ουρά. Αλλά από τα μέσα-εκ των έσω,  με τα μέσα-τα ΜΜΕ.

ΥΓ. Οι παραπομπές είναι από το βιβλίο των Edelman M. Gerald (Βραβείο NOBEL 1972) και Tononi Giulio, με τίτλο “ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ: Πώς η ύλη γίνεται φαντασία”, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2008.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Ο χαλκάς της πείνας



Οι αρκουδιάρηδες τραβούν τον χαλκά της πείνας. Πονάει. Τόσα χρόνια τον φορούσαμε αδιαμαρτύρητα. Ηταν τα σκοινιά μπόσκα, κάναμε όλα τα τσαλίμια που μας δίδαξαν και φαινόταν σαν να αυτοσχεδιάζουμε. Σχεδόν το ευχαριστιόμασταν.

Οι αρκουδιάρηδες, όμως, είχαν εξ αρχής το σχέδιο για τη ζωή μας, για κάθε μέρα και κάθε περίσταση. Αρχικά ήταν η εκπαίδευση. Από μωρά μας έσπρωχναν πάνω στην αναμμένη λαμαρίνα, ενώ ο  αρκουδιάρης βάραγε στο ντέφι το «σήκω χόρεψε κουκλί μου». Κι ενώ χοροπηδούσαμε στα δύο πίσω πόδια για να περιορίσουμε εκεί το κάψιμο,  ο εγκέφαλος μας έγραφε τον αυτοματισμό του ντεφιού και του υποτιθέμενου χορού. Πανεπιστήμια έκαναν οι αρκουδιάρηδες, παβλόφ-σκυλων καθηγητών της κοινωνικής ψυχολογίας, να μελετούν αυτούς τους αυτοματισμούς, πάνω στην τέχνη της διοίκησης των αρκούδων  και της εκούσιας εκμετάλλευσης του πόνου και του κόπου.

Εμείς, δεν χρειάστηκε ποτέ νάχουμε δικό μας σχέδιο. Ακόμα κι ο σύντροφος Λένιν υιοθέτησε τις αρχές της «επιστημονικής» οργάνωσης της εργασίας ενός μισάνθρωπου ονόματι Ταίηλορ. Μάθαμε να παίρνουμε την κάρτα καθηκόντων, να περιμένουμε το σύνθημα και να εκτελούμε. 

Είναι λίγοι και μικροί οι αρκουδιάρηδες. Να μπορούσαμε μόνο να ορθώσουμε τον όγκο μας μπροστά τους. Και να μουγκρίσουμε…. Κάποτε είδα ένα τεράστιο ελέφαντα που γέρασε, δεμένος σ’ένα σκοινί πέντε μέτρα, κάνοντας κύκλους γύρω απ’ένα πάσαλο. Το σκοινί αυτό, άθραυστο όταν ο ελέφαντας ήταν νήπιο, γράφτηκε στον εγκέφαλό του ως τέτοιο εσαεί. Όπως και το ότι ζωή είναι το να κάνεις κύκλους γύρω από ένα πάσαλο.

Όμως, το παρήγορο είναι ότι δεν μπορούν να μας δέσουν όλους. Οσο κι αν οι κωλο-μηχανικοί τους (κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, πολιτικοί αναλυτές, κλπ) προσέχουν μη ξεφύγει κανείς. Η μισή ανθρωπότητα ζει εκτός πόλεων, σε μικρές ανθρωπινότερες κοινότητες,  κι ακόμα σε χώρες κι επαρχίες με προ-καπιταλιστικούς θεσμούς. Κι υπάρχει ακόμα ελπίδα.

Εμείς βαρύναμε, ωστόσο, είπε ο «επαναστάτης» ποιητής σε μια Σονάτα του Σεληνόφωτος. Δεν αντέχουν, λέει,  πια τα πίσω πόδια μας τον όγκο μας,  να σηκωθούμε και να φοβίσουμε τους αρκουδιάρηδες. Φλερτάρουμε με την ανυπακοή, αλλά με σύντροφο το θάνατο και την παραίτηση, ξάπλα κάτω από την εξάντληση, με τον χαλκά να σκίζει τα ματωμένα ούλα μας. 

Μα ποιος μπορεί να παίζει παιγνίδια με το θάνατο, ως το τέλος,  αναρωτιέται ο ποιητής. Γι’αυτό κι οι αρκούδες σηκώνονται και πορεύονται, «χαμογελώντας» με τα σκισμένα χείλια τους, στις πενταροδεκάρες που τις πετάνε.  «Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε, το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου».  Πορεύονται στην Ιερά Οδό του Σικελιανού κι ονειρεύονται ότι θε νάρτει κάποτε η μέρα «που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου, κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω, θα γιορτάσουν μαζί».

Υ.Γ. Φάνηκαν να μένουν λίγο πίσω οι ποιητές μας στην προκειμένη. Χρειαζόμαστε επειγόντως τους δικούς μας μηχανικούς. Οι αυτοματισμοί στους οποίους μας εκπαιδεύουν συνεχώς, χρειάζονται διόρθωση. Κι οι ποιητές που θα μας εμπνεύσουν, χρειάζονται κι αυτοί την ορθολογική διέξοδο στο φως.

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Ιεροσυλίες


Ηταν ότι καλύτερο διάβασα μέσα στον πρόσφατο χρυσαυγίτικο ορυμαγδό το σχόλιο του Μάνου για τον φασισμό. Σχεδόν πονούσα από την ευχαρίστηση σε κάθε επανάληψη. Ταυτόχρονα, όμως, ένοιωθα κάτι να κτυπά στην ροή του κειμένου και είπα να ψάξω γράφοντας να βρώ αυτό που μ'ενοχλεί. Ο Μάνος ακόμα και στον λόγο του κάνει μελωδία, "ωραία και ανυποψίαστη, ή, ωραία γιατί ακριβώς είναι ανυποψίαστη". Στο σχόλιο μου / ανατομία του κειμένου-σκέψης του, δεν κατάφερα παρά να προκαλέσω αιμοραγία σε κάποια περιφερειακά αγγεία, χαλώντας την τάξη και την ομορφιά.
 ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΠΟΥ ΤΟΣΟ Μ'ΑΡΕΣΕ ΑΡΧΙΚΑ...

“Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε”
 
Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. 
Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.(…)
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ το μυαλό της κότας. Απ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται.
Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;
Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ τους εχθρούς.
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ.
Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
(…)
Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας ;
 
 
 
 ... ΚΑΙ ΙΔΟΥ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΜΟΥ ΓΙ'ΑΥΤΟ

 Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.
Υπάρχει διαβάθμιση στο φόβο και στην ασχήμια του τέρατος. Μιλάμε για το "είμαι ένα τίποτα" του  άνεργου, τον φόβο μπρος στη βία (φυσική, λεκτική, ...), τον φόβο της πείνας ή της απώλειας της ιδιοκτησίας μας? Ο Μάνος δεν φοβάται τίποτα περισσότερο από το μυαλό της κότας που ΚΑΠΟΙΑ ΑΟΡΑΤΗ ΥΠΑΡΞΗ-ΔΥΝΑΜΗ (;) την επέλεξε και την τοποθέτησε για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί. Δεν ψάχνει να δεί το πρόσωπο της όποιας αυτής αόρατης ύπαρξης, να την καταγγείλει. 

Δουλειά του είναι η μουσική, η  ομορφιά και το συναίσθημα. Και δεν ασχολήθηκε ποτέ με τους φιλόσοφους που συνέθεταν το πάζλ της βίας με την περιγραφή της πατριαρχικής οικογένειας,  την αγριάδα της ιδιοκτησίας, την δημιουργική καταστροφή του οικονομικού ανταγωνισμού, κά. 
Δεν έψαξε τη λύση στον εντοπισμό και τη δολοφονία αυτού που "άνωθεν τοποθετεί σε θέσεις ευθύνης τις κότες με σκοπό  να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί". Τουναντίον μας αυτο-ενοχοποιεί. Φταίει λέει "η ανοχή μας που πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος". 

Και κάνοντας κρεσέντο στο συναίσθημα, παραθέτει την τραυματική εμπειρία της βιαιοπραγίας με τον ψηλό συμμαθητή με το απαίσιο έκζεμα στο μάγουλο, τον οποίο θα ανταμώνει μια τη ζωή ως εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, κλπ,κλπ. Χωρίς να σκεφτεί λεφτό ότι κι αυτός ο δύστυχος ψηλός, θύμα ίσως είναι ενός πατριαρχικού πατέρα, πούχει από χρόνια ένα κεφάλι ζαλισμένο ανάμεσα στις μυλόπετρες μιας γοητευτικής κότας που διορίστηκε άνωθεν για  να τον κανακεύει και ενός δυνάστη κύκλωπα πούχει στη θέση του οφθαλμού μια χρυσή λίρα και τρέφεται μ’ανθρώπινο κρέας.

ΥΓ. Μισώ τα φωτοστέφανα, ειδικά όταν απεικονίζουν νάρκισους τύπους. Είναι χαρούμενη η ζωή για να λουζόμαστε εν αγνοία μας αυτοκτονικούς τύπους και να την βρίσκουμε κιόλας. Δεν έχει ένα πρόσωπο μόνο το τέρας. Συμφωνείς?