Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

«Θ΄ανταμώσουμι στου παζάρ΄»

Μια φράση που αντιστοιχεί σε μια νοοτροπία μιας άλλης εποχής, όχι πολύ μακρινής, όταν οι άντρες μετά τη δουλειά βρισκόταν στην πλατεία και σχολίαζαν οτιδήποτε. Στα καφενεία και τις καφετέριες ως τόπο συνάντησης, εν είδει λαικής συναγωγής, όπου γινόταν ανταλλαγή εμπειριών γύρω από τη δουλειά και σχολίαζαν και τα κοινά. Κουτσομπόλευαν κι αυτοί, σαν τις γυναίκες τους οι οποίες ανταμώναν στα σπίτια ή στις αυλές των σπιτιών για τον καφέ, με ελαφρά διαφορετική θεματολογία. Η έξοδος από το ιδιωτικό σπίτι του καθενός και το αντάμωμα στη δημοσιά, σε δημόσιους χώρους, είναι αυτό που έχει αλλάξει σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες. Αρκεί μια βόλτα στο παζάρι σήμερα για να συνειδητοποιήσεις ότι ο κόσμος δεν κυκλοφορεί έξω.

Εντούτοις, το αντάμωμα στο παζάρι ή στον καφέ, η έξοδος από τον ιδιωτικό χώρο στην δημοσιά, συντελούσε τα μέγιστα στην κοινωνικοποίηση των κατοίκων, στην καλλιέργεια του αισθήματος του ανήκειν στο χωριό, στον έλεγχο ή επιβράβευση των ξεχωριστών συμπεριφορών, στην τέλεση των ζωτικών αναγκών ενγένει του πολιτικού όντος που είναι κατά τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος. Η ζωντανή πόλη/χωριό είναι εκείνη όπου ο καθένας κάποιες ώρες της μέρας, ξεχνά τις αυστηρά προσωπικές του υποθέσεις κι ενδιαφέρεται να μάθει για τους άλλους και για τα κοινά. Η ψυχοθεραπευτική ωφέλεια του να απομακρύνεσαι από τα άμεσα προσωπικά σου προβλήματα έχει αναγνωριστεί από τους ειδικούς επιστήμονες.

Είναι ζωντανό ένα χωριό όταν ο μεγάλος δεν διστάζει να επιπλήξει ένα ξένο παιδί που παρεκτρέπεται, χωρίς να φοβάται ότι θα του παραπονεθούν οι γονείς του. Η συμμόρφωση στα γενικά αποδεκτά από το χωριό ήθη και έθιμα επιβάλλεται ως γενικός κανόνας και είναι ευθύνη του καθενός να επαναφέρει στην τάξη τον αποκλίνοντα. Η επιβεβαίωση όμως του γενικού κανόνα οφείλει να γίνεται συνεχώς και δεν μπορεί να γίνει παρά μέσα από την άτυπη συζήτηση και την συμφωνία, στα πλαίσια μιας ζωντανής κουβέντας η οποία έχει εκλείψει. Υπάρχουν χωριά στην περιοχή μας όπου το αντάμωμα στο παζάρι συνεχίζει να είναι ζωντανό. Οπου το παιδομάνι συνεχίζει να παίζει στους μαχαλάδες, χωρίς οι γονείς να ανησυχούν μη …κλέψουν το παιδί τους. Η αντίληψη ότι όπου και να πάει το παιδί κάποιος συγχωριανός θα το επιβλέπει, δεν αφήνει περιθώρια να περάσει η τηλεοπτική τρομοκρατία και το κλείδωμα των παιδιών στο σπίτι.

Στο χωριό μας, η ερήμωση της πλατείας αποδίδεται στην οικονομική κρίση. Ξεχνάμε ότι το φαινόμενο της ερήμωσης ξεκίνησε δεκαετίες πριν. Κατά την γνώμη μου οι δύο πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης, με τα τότε «πράσινα» και «μπλε» καφενεία (του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ για τους νεώτερους) ήταν η περίοδος που συντελέστηκε η μεγάλη αλλαγή. Ο μέχρι τότε δημόσιος διάλογος που σφυρηλατούσε την κουλτούρα του χωριού άλλαξε, χωρίς όμως να μπορέσει ο κόσμος να υιοθετήσει τον νέο λόγο που επέβαλλαν τα κόμματα μέσα από τα ηλεκτρονικά κυρίως μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ο ξύλινος λόγος των πολιτικών αθηναικών κομμάτων, δεν μπόρεσε να μεταφρασθεί στον νέο συμμετοχικό πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη. Όχι ότι πριν υπήρχε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής συμμετοχής στο χωριό. Απλά, οι γνωστοί προύχοντες της δεξιάς του χωριού, όσο η εξουσία τους δεν αμφισβητούταν από κανένα, σχολιαζόταν από τους υπόλοιπους κατοίκους με το ονοματεπώνυμο τους και όχι με βάση την κομματική τους ταυτότητα. Όταν όμως στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μας επήλθε η ενσωμάτωση των τοπικών αρχών στα πλαίσια των αθηνοκεντρικών κομματικών ιεραρχιών, ο κόσμος δεν μπόρεσε να εφεύρει τις νέες μορφές διαλόγου, συμμετοχής και ελέγχου των γεγονότων που επηρέαζαν την καθημερινότητα του.
Αυτή η ανικανότητα συμμετοχής, επηρεασμού και διαμόρφωσης των πολιτικών που τον αφορούσαν, σε συνδυασμό με την πρωτόγνωρη εμπάθεια της κομματικής αντιπαλότητας, υπήρξε η πρώτη αιτία που έκανε τον κόσμο να αποσυρθεί από την πλατεία και να κλειστεί στα σπίτια του.

Η δεύτερη βασική αιτία ήταν η οικονομική ανάπτυξη στο πέρασμα των πρόσφατων δεκαετιών και η προιούσα αστο-ποίηση των κατοίκων του χωριού μας. Η οικονομική ζωή στο χωριό μας βασιζόταν ανέκαθεν κατά βάση στο εμπόριο και στην δημόσια διοίκηση. Οπου αστός δεν είναι παρά ο νοικοκύρης που ένοιωθε να οδηγείται σταδιακά σε ένα εχθρικό ανταγωνιστικό περιβάλλον και δεν νοιαζόταν παρά μόνο για την αύξηση της προσωπικής του περιουσίας και ευμάρειας. Οι δεσμοί της «μεγάλης οικογένειας» σταδιακά χαλάρωναν, μέχρι που φθάσαμε στις στεγανοποιημένες σχεδόν «πυρηνικές οικογένειες» (δυο γονείς κι ένα-δυό παιδιά), με όλη την παθογένεια αυτού του μοντέλου που παρατηρούμε στις μεγάλες πόλεις (απομόνωση, απιστία, διαζύγια, , …). Η μη «διαπραγμάτευση» στο παζάρι των προσωπικών πιστεύω του καθενός και η απομόνωση εντός των σπιτιών ή στα πλαίσια στενών παρεών-καταφυγίων από την μοναξιά, έκαναν τους συγχωριανούς μας εύπιστο καταναλωτή στην τηλεοπτική προπαγάνδα των νέων life style.

Η αδυναμία εφεύρεσης νέων μορφών συμμετοχής και επηρεασμού των κοινών, καθώς και η μεταμόρφωση του χωρικού σε αστό που περιγράψαμε, είναι οι δύο αιτίες που οδήγησαν στην ερήμωση της πλατείας. Προσωπικά δεν είμαι από τους τακτικότερους θαμώνες των δημόσιων χώρων του χωριού μας. Με στεναχωρεί όμως τις φορές που βγαίνω να βλέπω αυτή την ερήμωση:
- συνταξιούχοι οι οποίοι ήταν αρκετά μεγάλοι να τους αγγίξουν οι πρόσφατες αλλαγές στις οποίες αναφερθήκαμε,
- μετανάστες που μεταφέρουν απλά την κουλτούρα των χωριών τους,
- κάποιοι πλατανάρχες νέο-προύχοντες κι
- ελάχιστοι αθεράπευτα υγιείς που αναζητούν την δημόσια συνεύρεση,
είναι τα μόνα πρόσωπα σήμερα της πλατείας.

Ωστόσο, η κοινωνία μας έχει μία θεσμική οργάνωση που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα μας. Οι αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου διαμορφώνουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της περιοχής μας, το ύψος των δημοτικών τελών, κλπ., ενώ οι πολιτικές άλλων θεσμικών οντοτήτων επηρεάζουν την ποιότητα των παρεχόμων υπηρεσιών σε τομείς όπως η υγεία και η παιδεία. Θέματα πολύ σοβαρά για να τα εμπιστευόμαστε σε κάποιους που ανά τετραετία μας ζητούν να τους εκλέξουμε ως αντιπροσώπους μας, προκειμένου να αποφασίζουν «ανθ’ημών». Ο κόσμος μας δεν έγινε ξαφνικά ηθικός για να εμπιστευόμαστε εν τυφλώ τους αιρετούς εκπροσώπους μας. Παίρνονται αποφάσεις που μας αφορούν κι εμείς ούτε καν ενημερωνόμαστε. «Θα ξανανταμώσουμι στου παζάρ’, όμους, κι θα τα πούμι».