Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Ας μορφ-ωθούμε…

Οι διανοούμενοι που άλλοτε ήταν σαν εθνικοί σταρ, με διεθνή ακτινοβολία, αραίωσαν. Τη θέση τους πήραν επιφυλλιδογράφοι με το κομμάτι και έμπειροι παλαιοί δημοσιογράφοι. Εφημερίδες αντί για βιβλία.

Ακόμα και τους μαρξιστές οικονομολόγους δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις από τους επαγγελματίες του οικονομικού ρεπορτάζ. Τα δε επαγγελματικά στελέχη της αριστεράς ανατρέχουν σε κλασικές πηγές των αρχών του εικοστού αιώνα, για να βρουν πολιτικές απαντήσεις στα προβλήματα του σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο που δανείζονται πολιτικές πλατφόρμες από αδελφά κόμματα άλλων χωρών, άλλων συνθηκών, άλλων προταγμάτων και προτεραιοτήτων.

Εντωμεταξύ, εμείς, ψαχνόμαστε μεταξύ μας κι είμαστε πάντα οι ίδιοι κι οι ίδιοι και πάντα μειοψηφικά λίγοι. Κι όταν βρισκόμαστε, αν δεν μας ζαλίσει η ρετσίνα, σπάνια χωρίζουμε πλουσιότεροι. Λες και ψάχνουμε ακροατήριο για τους μονολόγους μας ή το μεθύσι.

Στην πλειονότητα μας, στις σύγχρονες κοινωνίες, ψάχνουμε ενεργητικά πλέον την παθητικότητα. Όχι μόνο του βυθίσματος στον καναπέ και της τηλε-αποχαύνωσης, αλλά της συνειδητής άρνησης να «την» ψάξουμε.

Ολόκληρη η κουλτούρα της κατανάλωσης στηρίζεται και μας διαμόρφωσε σ’αυτό. Η απόφαση της αγοράς ενός προιόντος γίνεται περισσότερο με συνειρμικές εικόνες, παρά με τη λογική και τις πληροφορίες. Τα φιλικά στον χρήστη προιόντα και interfaces κρύβουν τέλεια την λογική της λειτουργίας τους. Δεν χρειάζεται να ξέρεις ούτε τα «από πίσω», ούτε τα ψιλά γράμματα.

Αλλά ούτε και το διδαχθήκαμε το ψάξιμο. Το αντίθετο μάλιστα.
Επίσης, τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας δεν μας αφήνουν και τον χρόνο. Παρόλο που ο αυτοματισμός θεωρητικά θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο από την κοπιαστική εργασία. Το ψάξιμο, όμως, χρειάζεται και χρόνο και ξεκούραστο κορμί.

Αλλά, δεν είναι οι γκουρού που μας λείπουν. Χορτάσαμε και από τις αυθεντίες. Να «μορφ-»ωθούμε είναι το ζητούμενο. Να πάρουμε δηλ.μορφή, με συγκεκριμένες απόψεις, συμπεριφορές και πολιτική λειτουργία. Κι αυτό γίνεται μόνο όταν «αναμετράσαι» δημοσίως με άλλους μορφωμένους ανθρώπους. Τότε καταλαβαίνεις τα κενά σου, τα λάθη σου και γίνεσαι συναισθηματικά πλουσιότερος.

Μετά το ’70, σιγά-σιγά, χαθήκαμε στο life style. H πολιτική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, η είσοδος της μικροηλεκτρονικής στην παραγωγή και η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και του εμπορίου, αντιστοιχήθηκαν σε νέες παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες απαίτησαν και διαμόρφωσαν μια άλλη κουλτούρα. Η μεταρρύθμιση στην Κίνα και η πτώση του «σιδηρού παραπετάσματος» ενίσχυσαν απλώς την κυριαρχία της νέας αυτής κουλτούρας.


Μεσούσης της οικονομικής κρίσης, σήμερα, τρέμουμε μπροστά στις ενδεχόμενες απαντήσεις που μπορεί να βρει -ερήμην μας- η παγκόσμια άρχουσα τάξη. Σεναριολογούμε αν θα είναι ένας τρίτος παγκόσμιος ή μικροί περιφερειακοί οι πόλεμοι που θα βγάλουν το σύστημα από την τρέχουσα κρίση. Ανίκανοι να αντιστοιχήσουμε τον πόνο που νοιώθουμε από την απώλεια ενός μόνο δικού μας ανθρώπου με τον θάνατο χιλιάδων (Ιράκ, Σερβία, Αφρική,..) ή εκατομμυρίων συνανθρώπων μας (Β’Παγκόσμιος). Διασκεδάζουμε βλέποντας ταινίες όπως «το κύμα», χωρίς να ψαχνόμαστε πραγματικά για το πώς σπάει επιτέλους αυτό το αυγό του φιδιού του φασισμού.

Μας έπεισαν ότι είμαστε ανίκανοι να καταλάβουμε. «Ο κόσμος έγινε πολύπλοκος, οι επιστήμες πολλές και μ’ατέλειωτες υποειδικότητες…». Μας επέβαλαν και το μοντέλο του σοβαρού ακαδημαικού, σύμφωνα με το οποίο για να μιλήσεις πρέπει να κατέχεις και την ορολογία και την μεθοδολογία. Μπούρδες.

Μια γαζώτρια στην Αργεντινή, σ’ένα απαλλοτριωμένο αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο κατασκευής ρούχων είπε με περισσή άνεση και αυτοπεποίθηση περίπου το εξής: “Τελικά δεν είναι δύσκολο να διοικήσεις ένα εργοστάσιο. Τζάμπα φοβόμασταν το πώς και το τι θα κάναμε. Από τις εισπράξεις αφαιρούμε όλα τα έξοδα μας, μετά τους μισθούς μας και ότι περισσεύει αποφασίζουμε συλλογικά πως θα το διαθέσουμε. Δεν φαντάζομαι ότι αλλάζουν πολύ τα πράγματα και με τη διοίκηση του κράτους».Κάποιοι καθημερινοί άνθρωποι εκεί ξεπέρασαν τα προβλήματά τους και μίλησαν στους συναδέλφους τους. Κλήθηκαν να λύσουν το πρόβλημα της επιβίωσης και κτύπησαν τον γόρδιο δεσμό των λογικών του συστήματος με την απαλλοτρίωση ενός κλειστού εργοστασίου.

Αυτό ακριβώς καλούμαστε να κάνουμε και μείς. Να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες μας, να «μορφ-»ωθούμε ως άτομα και να μιλήσουμε μεταξύ μας. Διαβάζοντας και «συζητώντας» με συγγραφείς που έζησαν εδώ ή αλλού και που δούλεψαν θέματα, για μας, πριν από μας. Εμείς, οι κοινοί θνητοί, να σχολιάζουμε τις αυθεντίες, με όλο το σεβασμό, αλλά και με θράσος. Χωρίς να είμαστε διανοούμενοι. Γιατί το ζητούμενο ήταν και είναι πάντα, να βρισκόμαστε, να αναλύουμε τα θέματα της ζωής, να συνθέτουμε και να πράττουμε.


M'ένα ποτηράκι κρασί πάντα...

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Η οικονομική κρίση, τα σύκα και η σκάφη

[Επειδή κατάφεραν και μας έπεισαν ότι είμαστε ανίκανοι να κατανοήσουμε οτιδήποτε πέρα απ’ότι νοιώθουμε, ήρθε αλλοίμονο ο καιρός να προσπαθήσουμε να πούμε «τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη».
Οι μηχανικοί της παραγωγής, σε συνεργασία με διεστραμμένους κοινωνικούς ψυχολόγους, κατάφεραν να επιβάλλουν -χάρη στην επιστημονική εξειδίκευση- στεγανά στη γνώση και να μας μπερδέψουν, να μας κάνουν τα «μυαλά κουρκούτι».
Ας δούμε λοιπόν αν μπορούμε να καταλάβουμε και να συνεννοηθούμε πάνω στο τι είναι η τρέχουσα οικονομική κρίση. Ας επιδιώξουμε να νοιώσουμε την παιδική χαρά του ότι καταλαβαίνουμε τη μηχανική του θέματος. Και λέω χαρά, γιατί η πραγματική ηδονή είναι φαντάζομαι, πέρα από το να καταλαβαίνουμε, να έχουμε και άποψη και να μπορούμε να αλλάζουμε αυτά που επηρεάζουν τις ζωές μας
].

Η μοιρασιά του πλούτου
Η ανθρώπινη εργασία ανά τους αιώνες παρήγαγε πλούτο ο οποίος είναι ήδη μοιρασμένος. Κι έτσι συμβαίνει άλλοι να «γεννιούνται κάτω από την μηλιά», και άλλοι να βρίζουν τα «αρ…δια του πατέρα τους» γιατί έτυχε να είναι φτωχά. Οι εκάστοτε ζωντανοί, ωστόσο, συνεχίζουν καθημερινά να παράγουν καινούργιο πλούτο, ο οποίος επίσης μοιράζεται σε
1. κέρδη των επιχειρήσεων, δηλ.αυτών που κατείχαν το κεφάλαιο (κεφαλαιοκράτες) και συντονίζουν την εργασία άλλων ανθρώπων για την παραγωγή κάποιου προιόντος ή υπηρεσίας,
2. αμοιβές των εργαζομένων, στις οποίες θα πρέπει πέραν των μισθών να συμπεριλάβει κανείς και όλες τις κοινωνικές παροχές που προκύπτουν από την αναδιανεμητική λειτουργία του κράτους (κι εδώ εννοούμε την δημόσια δωρεάν υγειονομική περίθαλψη, την δημόσια παιδεία, το συνταξιοδοτικό σύστημα, κλπ)
3. αποταμίευση για επανεπένδυση, τόσο σε δημόσιες όσο και σε ιδιωτικές επενδύσεις.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι τους τελευταίους 3-4 αιώνες ζούμε στον δυτικό τουλάχιστο κόσμο σε ένα σύστημα που το μοναδικό κριτήριο που κινεί τα πράγματα είναι το κέρδος. Και λέω να σταθούμε για λίγες αράδες στο σημείο αυτό, γιατί οι περισσότεροι έχουμε μάλλον ξεχάσει ότι οι πιο μεστές στιγμές της ζωής μας είναι αυτές που, με προκαπιταλιστικό τρόπο, λειτουργούν χωρίς τη λογική του κέρδους, όπως:
* η αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας π.χ. στην φύλαξη των παιδιών,
* η βοήθεια στην μετακόμιση ενός φίλου που συνοδεύεται από μπύρες και καλαμπούρια,
* η ρεφενέ γιορτή στο σπίτι όπου ο καθένας ή καθεμία κουβαλά την σπεσιαλιτέ, το γλυκό ή την σαλάτα,
* στο ενδιαφέρον για την δημόσια συμπεριφορά των ανήλικων κυρίως συμπολιτών μας, το οποίο ενδιαφέρον δημιουργεί το πλαίσιο -αντί ενός άναρχου κοινωνικού χώρου- για την κοινωνικοποίηση των ανθρώπων, κλπ.

Το κέρδος για τους κεφαλαιοκράτες και το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι απλή υπόθεση. Γι’αυτούς δεν είναι αρκετό να κάνεις απλά μια δουλειά (π.χ. ένα εργοστάσιο για την παραγωγή ενός προιόντος) με κέρδος. Το ζητούμενο για τον κεφαλαιοκράτη, προκειμένου να αποφασίσει να επενδύσει κάπου τα κεφάλαια του, είναι η συνεχής αύξηση του ποσοστού κέρδους, συγκριτικά πάντα με τον ανταγωνιστή του. Κι αυτό το αυξημένο ποσοστό απόδοσης θα το αναζητήσει τόσο στην πραγματική οικονομία όσο και στην χρηματοοικονομική σφαίρα.

Πίσω στα ‘60s
Το πρόβλημα με την μοιρασιά του παραγόμενου πλούτου είναι ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια περίπου οι κεφαλαιοκράτες μας κλέβουν συνεχώς. Σε τέτοιο σημείο που τόσο το τεχνοκρατικό (Αλαν Γκρίνσπαν, ΔΝΤ, κά), όσο και το πολιτικό προσωπικό (π.χ.Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι!) των κεφαλαιοκρατών, τα τελευταία χρόνια, δεν έχει σταματήσει να επισημαίνει με στατιστικά και αριθμούς την …αδικία και να φωνάζει, ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος για το σύστημα της αγοράς να κινδυνεύσει από λαικές εξεγέρσεις κι επαναστάσεις.

Η πηγή του προβλήματος της άδικης μοιρασιάς, βρίσκεται κάπου εκεί στην δεκαετία του 70 όταν το ποσοστό κέρδους στο σύνολο των κεφαλαιοκρατών σταδιακά έπεφτε, ενώ και για τον ίδιο λόγο κολούσαν και οι επενδύσεις. Την περίοδο εκείνη γνώρισε μεγάλη άνθιση ο δανεισμός των πλούσιων χωρών προς τις φτωχότερες, με απώτερο σκοπό την αύξηση των εισαγωγών βιομηχανικών αγαθών από τις πλούσιες χώρες. Στην ίδια περίοδο επικράτησε ιδεολογικο-πολιτικά μια ακραία σχολή οικονομολόγων, η νεοφιλελεύθερη σχολή, με κύριο εκφραστή τον καθηγητή του Σικάγο Φρίντμαν, ενώ η πολιτική έκφραση αυτού του ρεύματος ήρθε με την εκλογή του Ρίγκαν στις ΗΠΑ και της Θάτσερ στην Αγγλία.

Μία από τις βασικές αρχές αυτής της σχολής ήταν και ότι αρκεί να ρυθμίζεις -με την αυξομείωση των επιτοκίων- την συνολική ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορά, για να διοικείς την κοινωνία. Απόρροια αυτής της αρχής ήταν ότι ήταν περιττή και η κρατική παρεμβατικότητα, τόσο ως απ’ευθείας παραγωγός αγαθών και υπηρεσιών, όσο και με την επιβολή του κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεων.


H κρίση του 1929 και ο Κέυνς
Παρενθετικά, εδώ πρέπει να πούμε ότι το καπιταλιστικό σύστημα επιβίωσε στον εικοστό αιώνα από την απειλή της ρωσικής σοσιαλιστικής επανάστασης του 1918 και των έντονων συνδικαλιστικών αγώνων και διεκδικήσεων της εργατικής τάξης. Επίσης, αναγεννήθηκε από τις στάχτες του κραχ του 1929, χάρη σ’ένα Παγκόσμιο Πόλεμο ο οποίος με την κτηνωδία του «κόντυνε» κατά πολύ τον Ανθρωπο, ενώ με τις τεράστιες καταστροφές του, δημιούργησε συνθήκες επανεκκίνησης (restart) της δυτικής οικονομίας.

Στην επανεκκίνηση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι νέοι θεσμοί που κλήθηκαν στην δεκαετία του ΄30 να κάνουν στοιχειωδώς ανθρώπινη και ασφαλή την ανθρώπινη κοινωνία: σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και υγειονομικής περίθαλψης, αναγνώρισης των συνδικαλιστικών ενώσεων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, σύστημα εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων, κλπ. Κύριος ιδεολογικός εκφραστής της επανεκκίνησης του καπιταλιστικού συστήματος υπήρξε ο καθηγητής Κέυνς. Ο εν λόγω κύριος, τόσο με τους παραπάνω νέους θεσμούς, όσο και με την κρατική χρηματοδότηση έργων υποδομής και κοινωφελούς χαρακτήρα, προσπάθησε ουσιαστικά να δημιουργήσει συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Σκοπός του βέβαια δεν ήταν η ξανά-νοηματοδότηση της κατεστραμμένης ζωής του άνεργου ή η υλοποίηση κάποιου ιδανικού εξανθρωπισμού της «άδικης κοινωνίας». Ζητούμενο του καθηγητή που εξέφραζε τότε το κυρίαρχο ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα ήταν
Ø η αναδιανομή του προκλητικά και τότε μοιρασμένου πλούτου και
Ø η παροχή στους εργαζόμενους-καταναλωτές της ρευστότητας εκείνης, που θα τους επέτρεπε
o να εμφανίζονται, όπως παλιά, στα γκισέ των εμπορικών καταστημάτων, για να αγοράζουν οι ίδιοι αγαθά,
o οι κεφαλαιοκράτες που τα παρήγαγαν να κάνουν κέρδη,
o οι τραπεζίτες να αυγατίζουν τα κεφάλαια τους, και
Ø η ζωή να συνεχισθεί αφήνοντας πίσω μια ακόμα οικονομική κρίση.

Η μεγάλη κλοπή
Τα τελευταία 40 χρόνια, λοιπόν, το παγκόσμιο κεφάλαιο, στην επιδίωξη του να αυξάνει συνεχώς το ποσοστό κέρδους του,
Ø χτύπησε κατ’αρχήν το συνδικαλιστικό κίνημα, επικρατώντας σε καίριες αντιπαραθέσεις με τα ισχυρότερα συνδικάτα της εποχής (ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στις ΗΠΑ και τους ανθρακωρύχους στην Αγγλία). Η συμβολική σημασία και το μήνυμα των ηττών αυτών του εργατικού κινήματος, υπήρξε καθοριστικό για τις επόμενες δεκαετίες έως σήμερα, στέλνοντας τον εργαζόμενο απογοητευμένο σπίτι του μακριά από διεκδικήσεις και συνδικαλισμούς
Ø ψαλίδισε στη συνέχεια κεκτημένα εργασιακά δικαιώματα, όπως η σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου, η μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, το εθνικό σύστημα ασφάλισης, το δημόσιο σύστημα υγείας, παιδείας, κλπ
Ø επέβαλε μέσα από την εξάρτηση του δανεισμού του κράτους από τους ξένους οίκους τις πολιτικές που υπαγορευόταν από τις μητροπόλεις του κεφαλαίου (πώληση τομέων παραγωγής που μέχρι τότε «έτρεχε» το ίδιο κράτος, ώστε να δοθούν νέα πεδία κερδοφορίας στα ιδιωτικά κεφάλαια, απορρύθμιση ήτοι κατάργηση των όποιων μηχανισμών ελέγχου των ιδιωτικών επιχειρήσεων στους τομείς ελέγχου των τιμών, ποιότητας, περιβάλλοντος, κλπ).

Ετσι φθάσαμε σήμερα στο ίδιο σημείο που ήμασταν και το 1929, με το 1% του πληθυσμού στις ΗΠΑ να κατέχει τον ίδιο πλούτο με το 80% του κάτω μέρους της εισοδηματικής κλίμακας. Με τις ίδιες ή παρόμοιες κατανομές του πλούτου να έχουν παρατηρηθεί σε όλα τα δυτικά κράτη, των σκανδιναβικών μη εξαιρουμένων.

Οι προστάτες του συστήματος

Το πρόβλημα λοιπόν της υποκατανάλωσης λόγω της κλοπής του εισοδήματος, επιχειρήθηκε την περίοδο αυτή να αντιμετωπισθεί με την αυξημένη κατανάλωση ειδών προκλητικής πολυτελείας από τους ίδιους τους πλούσιους. Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι έχουν ένα ελάττωμα: ποτέ δεν ξοδεύουν όλα τα επιπλέον χρήματα που κερδίζουν, αλλά βάζουν πάντα στην άκρη ένα σοβαρό κομπόδεμα. Ετσι, το πρόβλημα της υποκατανάλωσης συνέχιζε να υπάρχει.

Η λύση στο πρόβλημα ήρθε από τις τράπεζες, οι οποίες από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 βρέθηκαν, χάρι στα πετροδολλάρια, με μία τεράστια ρευστότητα. Η ρευστότητα που έλειπε από το σύστημα και ειδικότερα από τον κόσμο της εργασίας, λόγω της συνεχιζόμενης κλοπής, θα αναπληρωνόταν με τραπεζικά …δάνεια: δάνεια για την αγορά κατοικίας, δάνεια για την αγορά αυτοκινήτου, δάνεια για να σπουδάσεις, δάνεια για διακοπές, κοκ.

Το τραπεζιτικό κεφάλαιο, μέσα από την ανάγκη της πραγματικής οικονομίας να διατηρηθεί η κατανάλωση στα επιθυμητά επίπεδα ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης (σημειωτέον ότι η ανάπτυξη των δυτικών χωρών σε ποσοστό της τάξης του 70% οφείλεται στην κατανάλωση) ανέλαβε δράση. Βοηθούσης της τεχνολογίας για την πλαστικοποίηση και ψηφιοποίηση του χρήματος φθάσαμε σ’ένα σημείο όπου μόνο το 3% του συνολικά κυκλοφορούντος χρήματος είναι σε μορφή χαρτονομισμάτων και κερμάτων. Ολο το υπόλοιπο δεν είναι παρά λογιστικές εγγραφές. Ετσι οι τραπεζίτες, καταφέρνοντας να κάνουν ώστε όλη η κατανάλωση να πραγματοποιείται μέσω του λογιστικού πιστωτικού τους χρήματος, επέβαλλαν εαυτούς ως «προστάτες» του όλου συστήματος της ελεύθερης αγοράς. Η αμοιβή τους για την «προστασία», κοινώς νταβατζιλίκι, που προσέφεραν στο σύστημα ήταν ουσιαστικά τα υψηλότατα –σε σχέση με τα επιχειρηματικά δάνεια- επιτόκια των καταναλωτικών προσωπικών δανείων. Σε κάθε σχεδόν συναλλαγή της πραγματικής οικονομίας, οι τράπεζες ως άλλοι ευγενείς φεουδάρχες αφαιρούσαν το 10-20%, που ήταν ο τόκος της χρηματοδότησης.

Δεν είναι τυχαίο, κατά συνέπεια, ότι στα πλαίσια του διατομεακού ενδο-καπιταλιστικού ανταγωνισμού οι τραπεζίτες κεφαλαιοκράτες ενίσχυσαν την περίοδο αυτή πάρα πολύ την εξουσία τους. Αρκεί να αναφέρει κανείς, ως παράδειγμα, την αυτονόμηση των κεντρικών τραπεζών και τον «ανεξάρτητο» ρόλο του κεντρικού τραπεζίτη κάθε χώρας στην υπαγόρευση της ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής, τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην ίδια κατεύθυνση και των διεθνών ελεγκτικών οίκων βαθμολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας κάθε χώρας.

Κι έτσι φθάσαμε στο σημείο ο δανεισμός των νοικοκυριών σε πολλές δυτικές χώρες να υπερβαίνει σε αξία όλο τον ετησίως παραγόμενο πλούτο της χώρας. Αν και σε πόσα χρόνια θα ξεχρεωθούν αυτά τα νοικοκυριά, είναι συνάρτηση του για πόσα χρόνια μπορούν συντηρηθούν μόνο με «αέρα κοπανιστό», καταθέτοντας τα εισοδήματα τους στις τράπεζες για εξόφληση των δανείων! Με δεδομένη την συνέχιση της κλοπής μεριδίων από τα εισοδήματα της εργασίας, ορθολογική λύση αποπληρωμής αυτού του δανεισμού των εργαζομένων δεν προέκυπτε από πουθενά.

Η λογική της πυραμίδας
Ο μεταξύ τραπεζών ανταγωνισμός, ωστόσο, έκανε ώστε νέα μεγαλύτερου ύψους δάνεια, να αποπληρώνουν τα παλαιότερα καταναλωτικά δάνεια άλλων τραπεζών, ή νέα στεγαστικά δάνεια να εκταμιεύονται, με βάση πρόσθετη προσημείωση βασιζόμενη στην αύξηση της αξίας του ακινήτου. Πρόκειται για μια λογική που δεν διαφέρει σε τίποτα από τη «λογική της πυραμίδας»: τα καινούργια δάνεια εξοφλούν τα παλαιότερα.

Μόνο που οι πυραμίδες αργά ή γρήγορα καταρρέουν και οι δημιουργοί τους κεφαλαιοκράτες εξαφανίζονται με δύο πλάγια βήματα από το προσκήνιο. Τα θύματα, όμως, της πυραμίδας και στην περίπτωση μας οι εργαζόμενοι/ καταναλωτές θα κληθούν να πληρώσουν το μάρμαρο με την απώλεια κάθε βιοτικού στάνταρ, με πρώτο και καλύτερο το τρίπτυχο «εργασία, σπίτι, αυτοκίνητο», που αποτέλεσαν την ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης των «τριάντα ένδοξων χρόνων» (1945-΄75) της μεταπολεμικής περιόδου.

Το ότι η κρίση βαφτίστηκε κρίση των (subrime) δανείων μειωμένης εξασφάλισης δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Είναι απλή λεπτομέρεια τεχνικού χαρακτήρα το ότι οι τράπεζες με τα συγκεκριμένα δάνεια επεδίωξαν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους: τα τιτλοποιούσαν και πουλώντας αυτούς τους τίτλους αποκτούσαν την απαιτούμενη ρευστότητα, προκειμένου να συνεχίζουν να εκδίδουν νέα στεγαστικά δάνεια και να εγγράψουν νέα κέρδη. Είναι απλή λεπτομέρεια τα subrime γιατί η μεγιστοποίηση του κέρδους είναι η απλή λογική του συστήματος.

Η κρίση των subrime, ωστόσο, δεν είναι άλλη από την ίδια κρίση πτώσης του περιθωρίου κέρδους των κεφαλαιοκρατών που πρωτοεμφανίστηκε το 1965 κι έσκασε περί το ΄75. Μόνο που εντωμεταξύ το τραπεζικό σύστημα έχει εξελιχθεί σε ρυθμιστή της κατανάλωσης, αποτελεί τον χρηματοδότη του συναλλακτικού κυκλώματος ολόκληρης της πραγματικής οικονομίας, πάνω του στηρίζεται το παγκόσμιο εμπόριο και ο ρόλος του μπορεί να παρομοιασθεί με ιατρικούς όρους μόνο με το καρδιαγγειακό σύστημα. Και η κρίση των subrime αποτελεί ένα σοβαρότατο καρδιακό επεισόδιο για όλο το καπιταλιστικό σύστημα.

Η οικονομική κρίση και η πολιτική απάντηση
Η κρίση των subrime δεν είναι άλλη από την κρίση του ΄75, την οποία κλήθηκε να διαχειρισθεί η λαίλαπα της νεοφιλεύθερης πολιτικής της καταλήστευσης των εισοδημάτων της εργασίας και του ληστρικού δανεισμού των νοικοκυριών. Πρόκειται για την ίδια κρίση απώλειας από τους κεφαλαιοκράτες του ελέγχου του συστήματος. Απώλεια που εκδηλώθηκε με τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις του Βιετνάμ, το αντιρατσιστικό κίνημα, τον Μάη του ΄68, .... Η κρίση της δεκαετίας του 30, με το ισχυρό εργατικό κίνημα και την άνοδο του ναζισμού, η παρούσα κρίση των subrime, όπως και κάθε άλλη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, ποτέ δεν υπήρξαν καθαρά οικονομική. Είναι πρωτευόντας πολιτική, με την έννοια της διαχείρισης της πολιτικής οικονομίας.

Η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να είναι οι «ενέσεις» ρευστότητας, οι οικονομικές ενισχύσεις από δημόσιους λαικούς πόρους, των ιδιωτικών επιχειρήσεων, τραπεζικών ή άλλων (π.χ.αυτοκινητοβιομηχανία). Η ρευστότητα που υπήρχε οφειλόταν στο κλίμα της αγοράς που ήταν καλό και στις τράπεζες που δάνειζαν ασύστολα για να κερδίζουν, αφού αυτή είναι η δουλειά τους. Σήμερα που οι τράπεζες φοβούνται τον ίσκιο τους, όσα χρήματα και να τις ρίξεις δεν πρόκειται να τα κάνουν δάνεια. «Το αμπέλι δεν στηρίζεται με κλήμα» και η οικονομική κρίση για να αντιμετωπισθεί χρειάζεται μη νεοφιλελεύθερα μέτρα, χρειάζεται άλλη πολιτική. Γι’αυτό και οι πολιτικές ηγεσίες, σε μια επίδειξη αυτονόμησης τους απέναντι στο κύριο αφεντικό τους (τραπεζιτικό κεφάλαιο) και παρά την υποτονικότητα των εργατικών αγώνων, επιχειρούν να νεκραναστήσουν τον Κέυνς, μαζί με πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας και δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Οι γκουρού νομπελίστες αστοί οικονομολόγοι (Κρούγκμαν, Στίγκλιτς) φθάνουν στο σημείο να εισηγούνται εθνικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών στις ΗΠΑ. Αυτό κι αν είναι βεβήλωση των ιερών της καπιταλιστικής μητρόπολης!. Αλλοι αστοί, προκειμένου να εξορκιστούν οι λαικές εξεγέρσεις και τυχόν εμφύλιος πόλεμος, φθάνουν να ισχυρίζονται ότι ένα κοινωνικό περιβάλλον πλήρους απασχόλησης με εργοδότη έσχατης ανάγκης το δημόσιο, με σύστημα κοινωνικής πρόνοιας-υγείας και υγιώς χρηματοδοτούμενο σύστημα δημόσιας παιδείας, θα αποτελούσε ασφαλέστερο περιβάλλον για την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενδεχομένως και με λιγότερες κρατικές ρυθμίσεις. Πρόκειται για το επαναστατικό ρητό ότι «οι αστοί είναι διατεθειμένοι να σου παραχωρήσουν ολόκληρο το κάρο, προκειμένου να μη χάσουν τα γκέμια».

Τέλος, επειδή επικράτησε να μιλάμε όλοι για παγκόσμια οικονομική κρίση, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στην ουσία πρόκειται για κρίση των μητροπόλεων του καπιταλισμού. Η δυναμική και η σχετική οικονομική αυτονόμηση του νότιου ημισφαιρίου και της Απω Ανατολής, θέτουν σειρά γεωπολιτικών θεμάτων που αξίζει να μας απασχολήσουν σε επόμενη ανάλυση. Όπως συνεχώς πρέπει να μας απασχολεί η πίσω από τις γραμμές ανάγνωση των τάσεων στις ακολουθούμενες πολιτικές, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ