Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Case study



«Όλα τα πράγματα σε αυτήν τη ζωή είναι δημιουργήματα του ανθρώπου. Έτσι, για να διορθωθεί το όποιο κακό, θα αρκούσε να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι και να γίνουμε καλύτεροι».
Για να ελέγξει κανείς την απλουστευτική αυτή διδαχή των γλυκανάλατων ανθρωπιστών, αρκεί να μελετήσει λίγο το παράδειγμα των ΙΧ και της ιδιωτικής μεταφοράς.


Το αυτοκίνητο έχει ένα πολύ βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα:
πληγές στα βουνά για να ανοίξουν δρόμοι, μεταλλουργία, χημική βιομηχανία, υδρογονάνθρακες, αέρια ρύπανση, λαμαρινο-ζημίες, ολική καταστροφή, κόστος ανακύκλωσης.

Το ανθρώπινο κόστος είναι βαρύτερο. Είναι Πόνος: ελαφρά τραυματισμένοι, ακρωτηριασμένοι, παραπληγικοί, νεκροί.
Για τους πολιτικούς και τους οικονομολόγους τους όλα αυτά δεν είναι παρά οικονομική ανάπτυξη. Τα προσμετρούν στο Εθνικό Προϊόν-Εισόδημα. Ακόμα και η χρόνια νοσηλεία στα κέντρα αποκατάστασης κινητικά αναπήρων, λογίζεται και συνεισφέρει στην κατ’αυτούς οικονομική ανάπτυξη.

Οι κήρυκες της επίσημης προπαγάνδας μας συνιστούν να οδηγούμε προσεκτικά, να τηρούμε τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς, να επιλέγουμε αυτοκίνητα φιλικά στο περιβάλλον (με ανακυκλώσιμα υλικά, με καταλύτες, με ηλεκτρική ενέργεια).

Τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, ωστόσο, ακόμα και στις χώρες με την πιο ευσυνείδητη αυτοκινητιστική συμπεριφορά και κατάσταση των δρόμων, είναι εκ των προτέρων δεδομένα. Ως ένας ημερήσιος μέσο όρος, ως μια στατιστική. Έτσι, όμως, μετατρέπονται σε αναπόφευκτο κακό και παύουν να είναι δυστυχήματα. Ένα κακό που μάθαμε να ζούμε μαζί του, πατώντας το γκάζι, γεμάτοι ενοχές και τρόμο μαζί, μη τυχόν είμαστε εμείς το επόμενο θύμα της ασφάλτου.

Η, βασικά, πολιτική επιλογή να δοθεί προτεραιότητα στην κατασκευή τεράστιων αυτοκινητόδρομων, με προδιαγραφές να χωρέσουν την πληθώρα των ΙΧ, αντί στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων και η εν γένει επιλογή να χρησιμοποιείται το ΙΧ ως μέσο μετακίνησης αντί ενός συστήματος δημόσιας μεταφοράς, δεν ήταν εξ αρχής επιλογή του καταναλωτή. Αυτός πρώτα αγόρασε το όνειρο κάποιας σχετικής διαφήμισης και μετά το αυτοκίνητο. Κι έφτασε στο σημείο να θεωρεί το κλιματιζόμενο, σαφώς ασφαλέστερο, λεωφορείο ή τραίνο ως μαζικό μέσο, άρα μειωτικό.  Ακόμα και σε χώρες που υπάρχει πυκνό πρόγραμμα δρομολογίων, συνέπεια στα ωράρια και καλή κατάσταση των μέσων.

Για αυτό το κακό, που με τρόμο σκεφτόμαστε το τι θα γίνει όταν κάθε Κινέζος ή Αφρικάνος πραγματοποιήσει το δικό του όνειρο απόκτησης ΙΧ, ευθυνόμαστε εμείς; ‘H μήπως επιβλήθηκε από μια φρενήρη αναζήτηση κερδοφορίας της αυτοκινητοβιομηχανίας και των πετρελαϊκών εταιρειών; Βλέπεις, ένα ορθολογικό σύστημα μαζικής μεταφοράς θα μείωνε τον ρυθμό της καπιταλιστικής συσσώρευσης: συγκριτικά με τα ΙΧ, ένας πολύ-πολύ μικρότερος αριθμός λεωφορείων θα αρκούσε. 

Αυτή είναι η κοινωνικά αντικειμενική κατάσταση του κακού, απέναντι στο οποίο ο μεμονωμένος άνθρωπος είναι παντελώς αδύναμος. Το μη ελεγχόμενο από αυτόν σύστημα της αυτοκινητοβιομηχανίας, το μόνο που κάνει για να “απενεχοποιηθεί” το ίδιο και για να κερδίσει περισσότερα, είναι κάποιες προσπάθειες για ασήμαντες -την ώρα του κακού- βελτιώσεις, στα συστήματα παθητικής κι ενεργητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου. Για όλο το κακό όμως του ΙΧ, υπεύθυνος λογίζεται ο οδηγός. Τόσο γιατί αυτός τα αγοράζει όσο και για τα ατυχήματα. Την ίδια ώρα που μας λένε πόσοι πρόκειται να πεθάνουν αυτό το σαββατοκύριακο. Γιατί, μετά τόσα  χρόνια χρήσης των ΙΧ, οι απίθανες, μη ελεγχόμενες από τον οδηγό παράμετροι που ευθύνονται για τα δυστυχήματα έχουν διαμορφώσει την σίγουρη στατιστική των μελλοθανάτων.

Τα δυστυχήματα, και κατά συνέπεια και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του ΙΧ, είναι μια μορφή αναγκαιότητας που υφίσταται ο άνθρωπος σε συνθήκες ανελευθερίας επιλογής. Η ανθρωπιστική έκκληση της …πονόψυχης εξουσίας στον οδηγό να προσέχει το δρόμο, εξαφανίζει από το ταμπλό τη λογική του καπιταλιστικού συστήματος, δηλ. το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, μόνο υπεύθυνο για τα δυστυχήματα και την καταστροφή του περιβάλλοντος.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

"Επαγγελματικός προσανατολισμός"



Ελάχιστοι από εμάς θα κρατήσουν το ίδιο επάγγελμα μια ζωή. Δεν προσδιοριζόμαστε πια από «τη δουλειά μας». Στην εποχή του υλισμού, της ανεργίας, της παγκοσμιοποίησης και της μοναχικότητας, δεν είμαστε πια σίγουροι για το... ποιοι είμαστε. Η εμπειρία της μεσαίας τάξης ήταν ανέκαθεν η εξής: Ο άνθρωπος έχει την επαγγελματική του ταυτότητα. Είμαστε αυτό που κάνουμε. Επιλέγουμε επαγγέλματα που ταιριάζουν στον χαρακτήρα μας και στη συνέχεια αυτά διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας.Οι σχολαστικοί άνθρωποι γίνονται λογιστές και μετά η λογιστική τους κάνει ακόμη πιο σχολαστικούς. Ειδικά οι άνδρες πάντα καθορίζονταν εν μέρει μέσα από τη δουλειά τους.
Αλλά αυτή η εποχή τελειώνει. Με την οικονομική κρίση και την τεχνολογική αλλαγή (τα ρομπότ καταλαμβάνουν τον πλανήτη), μειώνεται συνεχώς ο αριθμός όσων έχουν μια ικανοποιητική δουλειά ή μένουν στο ίδιο επάγγελμα για πάντα. Ο άνθρωπος σταματά να είναι η δουλειά του. Κι αυτό τον υποχρεώνει να βρει νέα ταυτότητα.

Έχω περάσει πολλά χρόνια κάνοντας ερασιτεχνικές έρευνες πάνω στην επαγγελματική ταυτότητα. Ένας δικηγόρος μου παρουσίασε ως απόσταγμα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του επαγγέλματός του: «Πρέπει να συνταχθείς με όποια πλευρά της υπόθεσης σε προσλαμβάνει, οπότε πρέπει να είσαι ανήθικος. Και πρέπει να είσαι επίσης πειστικός. Είναι το προφίλ του ψυχοπαθή».
Ένας πρώην δημοσιογράφος που πέρασε στις τραπεζικές επενδύσεις μου έδωσε τη δική του άποψη για τους τραπεζίτες: «Άνθρωποι που τους ενδιαφέρει το χρήμα, συνήθως γιατί μεγάλωσαν με την έλλειψή του».
Οι πολιτικοί απαξιώνονται, αλλά από τη δική μου εμπειρία κρίνω ότι τείνουν να είναι φιλικοί και κοινωνικοί. Όταν κάποτε έπεσα τυχαία σε ένα δωμάτιο γεμάτο αριστερούς πολιτικούς από όλο τον κόσμο, πρόσεξα κάτι άλλο: Σχεδόν όλοι έδειχναν καλά. Είναι οι άνθρωποι που έχουν αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να μπαίνουν σε defacto διαγωνισμούς δημοτικότητας και να βλέπουν τα πρόσωπά τους μεγεθυσμένα σε πόστερ.
Οι επαγγελματικές ταυτότητες αλλάζουν με τον χρόνο. Όταν μπήκα στη δημοσιογραφία πριν από 20 χρόνια, ήταν μεθυστικό επάγγελμα. Μετά ήρθε το ίντερνετ και απαιτούσε σχεδόν ασταμάτητο γράψιμο με μειωμένο μισθό. Σήμερα οι δημοσιογράφοι είναι μάλλον εργάτες και όλο και περισσότερο γυναίκες (ο ταχύτερος τρόπος για να κυριαρχηθεί από γυναίκες ένα επάγγελμα είναι η μείωση των μισθών).
Το ακαδημαϊκό έργο κάποτε προσέλκυε ανθρώπους που τους άρεσαν οι ιδέες. Αλλά με τη διολίσθηση της «καθολικής θεωρίας» και την πίεση για δημοσίευση ατελείωτων όγκων συγγραμμάτων, οι ακαδημαϊκοί σήμερα τείνουν να είναι σκληρά εργαζόμενοι τύποι, αποφασισμένοι να αφιερώσουν τη ζωή τους σε μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες (στην ολλανδική αργκό, αυτοί οι τύποι χαρακτηρίζονται «λάτρες μυρμηγκιών», που έχουν εμμονή με μικροσκοπικά πράγματα).
Κάποια άλλα επαγγέλματα τα καταστρέφει η τεχνολογία. Όταν ένας βιβλιοπώλης με ρώτησε να του αναφέρω το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο απάντησα ανοήτως «η Amazon» και εκείνος απάντησε με μια κραυγή: γι 'αυτό η δημοσιογραφία αντικαθίσταται από τις δημόσιες σχέσεις.
Τα θύματα αυτών των αλλαγών χάνουν τις επαγγελματικές τους ταυτότητες. Αυτό συμβαίνει στους περισσότερους διαφημιστές, για παράδειγμα, γύρω στην ηλικία των 40. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η ιστορία που έχει ο καθένας για το ποιος είναι ξαφνικά καταρρέει. Αυτός είναι ένας λόγος που οι άνεργοι τείνουν να είναι δυστυχισμένοι. Οποιαδήποτε ξαφνική αλλαγή στο εργασιακό στάτους φέρνει σύγχυση και στην οικογένεια και στους φίλους.
Εμείς στη μεσαία τάξη ζούμε απλώς ό,τι έζησε η εργατική τάξη από τη δεκαετία του 1970. Οι μεταλλωρύχοι και οι εργάτες στα εργοστάσια είχαν σκληρές, δυσάρεστες δουλειές, αλλά εκείνες οι δουλειές προσέδιδαν ταυτότητα, εν μέρει επειδή ακριβώς ήταν σκληρές. Σήμερα οι περισσότερες δουλειές της εργαζόμενης τάξης περιλαμβάνουν την παροχή υπηρεσιών: σερβιτόροι, ταξιτζήδες, φύλαξη παιδιών ή ηλικιωμένων. Αλλά είναι δύσκολο να χτίσεις μια ταυτότητα από την παροχή υπηρεσιών.

Το χάσμα των τάξεων ξεχωρίζει τους ανθρώπους που επιλέγουν τη δουλειά τους από εκείνους που δεν την επιλέγουν. Οι σημερινοί νέοι κατά κανόνα δεν την επιλέγουν. Αν έχουν δουλειά, είναι συχνά στην παροχή υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αυτοκαθοριστούν χωρίς το πλεονέκτημα της επαγγελματικής ταυτότητας.
Αρκετοί το κάνουν μέσω της κατανάλωσης: Είσαι ο Mac σου ή ο αγαπημένος σου καφές. Τα socialmedia προσφέρουν άλλες στρατηγικές. Στο Twitter, έχεις 160 χαρακτήρες για να γράψεις τη βιογραφία σου - στην ουσία να δηλώσεις την ταυτότητά σου. Οι νεότεροι άνθρωποι συχνά αναφέρουν απλώς την αγαπημένη τους ομάδα ή μάρκα ή χρησιμοποιούν κάποιο εξυπνακίστικο tag.
Για πολλούς ανθρώπους, ο λογαριασμός τους στο Twitter ή η σελίδα τους στο Facebook είναι η ταυτότητά τους. Είναι ο χώρος όπου παρουσιάζουν τον εαυτό τους στον κόσμο. Αυτές οι ιστοσελίδες έχουν απογειωθεί, επειδή οι άλλες ταυτότητές μας έχουν αποδυναμωθεί - ή όπως το θέτει ο κοινωνιολόγος ZygmuntBauman έχουν γίνει πιο ρευστές.
Οι άνθρωποι κάποτε καθορίζονταν μέσα από τη δουλειά, τη θρησκεία, την πατρίδα και την οικογένειά τους. Όμως στους σημερινούς υλιστικούς, άνεργους, παγκοσμιοποιημένους καιρούς, όπου όλο και περισσότεροι από εμάς ζουν μόνοι, δεν είμαστε πια σίγουροι για το ποιοι είμαστε.



(Αρθρο με τίτλο «Σε κρίση ταυτότητας η μεσαία τάξη», στους Financial Times, του Simon Kuper, από το Euro2day, http://www.euro2day.gr/ftcom_gr/article-ft-gr/1154101/se-krish-taftothtas-h-evropaikh-mesaia-taxh.html)


Απλές διαπιστώσεις, από μια καλή πέννα, για να μαθαίνουν και οι “πτωχοί” –βλ.η παγκόσμια ελίτ, στην οποία απευθύνεται η συγκεκριμένη εφημερίδα- το πως αλλάζουν οι άνθρωποι. Πληροφοριακό καθαρά άρθρο, χωρίς καμία αξιολογική κρίση, για το πόσο πιο δυστυχισμένοι έγιναν οι άνθρωποι από την ενλόγω κρίση ταυτότητας. Πρόκειται για έντιμη μεταφορά, ωστόσο, των ευρημάτων έγκυρων κοινωνιολογικών μελετών.
Είναι παραπλανητικός, ωστόσο, ο τίτλος του άρθρου μιλώντας μόνο περί μεσαίας τάξης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραπάνω μελέτες,  τα ίδια ισχύουν και στους βιομηχανικούς εργάτες. Πολύ περισσότερο που ο τυπικός βιομηχανικός εργάτης στις ΗΠΑ, πιστός στο αμερικανικό πνεύμα, όταν ρωτιέται σε ποιά τάξη ανήκει -και για να  διαφοροποιηθεί από τους "τεμπέληδες" άνεργους του έγχρωμου ή ισπανόφωνου προλεταριάτου- απαντά αυθόρμητα στην μεσαία τάξη. Το άρθρο αναφέρεται, μόνο, στους εργαζόμενους του τομέα των υπηρεσιών, σημειώνοντας «ψιλο-αυθαίρετα»  ότι "...είναι δύσκολο να χτίσεις μια ταυτότητα από την παροχή υπηρεσιών".
Καθόλου αθώα, επίσης, η χρήση σ’όλο το άρθρο του όρου "οι άνθρωποι" γενικά, την στιγμή που αναφέρεται αποκλειστικά στον κόσμο της εργασίας. 
Προσωπικά, εντυπωσιάστηκα, ωστόσο, από την διαπίστωση ότι οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης (Twitter-Facebook) "…έχουν απογειωθεί, επειδή οι άλλες ταυτότητές μας έχουν αποδυναμωθεί" επειδή οι εργαζόμενοι μέσα απ’αυτές επιδιώκουν "...να αυτοκαθοριστούν, χωρίς το πλεονέκτημα της επαγγελματικής ταυτότητας".
Γενικά, επίσης, δεν μπορεί να μη σταθεί κανείς στην προσοχή που δίνουν οι καπιταλιστές στις ψυχολογικές επιπτώσεις που επέφεραν στους εργαζομένους οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, οι αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας και η ραγδαία εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην βιομηχανική εργασία. Ενδεικτικά, ο πιο αναγνωρισμένος, ίσως, κοινωνιολόγος των ΗΠΑ πάνω σε θέματα εργασίας, Richard Sennett, στο μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του "Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος,  σελ.91", δηλώνει ότι τον καλούσαν και πήγαινε για πολλά χρόνια στο Νταβός να παρουσιάζει τις έρευνες του. 




 

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Μην ερωτευτείς ποτέ το αερόστατό σου



Τα τελευταία χρόνια «πολλοί στοχαστές προσπαθούν να καταλάβουν πως λειτουργεί το ανθρώπινο μυαλό…Συγκεκριμένα προσπαθούν να κατανοήσουν το μυστήριο της ανθρώπινης συναίσθησης(…). Εργάζονται πάνω στα μυστικά του ανθρώπινου εγκεφάλου, του ‘μαύρου κουτιού’. Εγώ δεν συμμετέχω άμεσα στη διαδικασία ξεκλειδώματος του μαύρου κουτιού(…). Δεν μελετώ νευρικές συνάψεις και νευρώνες. Αντίθετα μελετώ τα σημεία παραγωγής και πρόσληψης του μαύρου κουτιού- τις εξόδους και τις εισόδους του. Η έρευνα πάνω στο μαύρο κουτί αλλάζει βαθμιαία  πολλές από τις ιδέες μας.
 (…)
Οφείλω να πω ότι προσπαθώ να μην κάνω προβλέψεις. Όταν εφευρέθηκε το αερόστατο ο κόσμος σκεφτόταν τι υπέροχο πράγμα που ήταν να μπορείς να πετάξεις στον αέρα σαν πουλί! Μετά ανακαλύφθηκαν τα πρώτα αερόπλοια και ήταν αυτή η εφεύρεση, των αεροπλάνων μετέπειτα, που διασώθηκε. Όταν ανακαλύφθηκαν τα αερόπλοια πολλοί νόμιζαν ότι θα ακολουθούσε μια γραμμική πρόοδος, μια εξέλιξη σε πιο τελειοποιημένα και γρήγορα μοντέλα. Σε κάποιο σημείο όμως μετά την τραγωδία του Χίντεμπουργκ το 1937 όπου σκοτώθηκαν 35 άτομα, φαινόταν πιο λογικό τα αεροπλάνα να είναι πιο ελαφρά από τον αέρα για να μπορούν να πετάξουν. Τελικά όμως αποδείχθηκε ότι έπρεπε να είναι πιο βαριά για να μπορούν να πετάξουν με ασφάλεια.
Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός για να μην ερωτευτείς το αερόστατό σου». [Umberto Eco: ‘Μην ερωτευτείς ποτέ το αερόστατό σου, «Προβλέψεις: 30 μεγάλοι στοχαστές μιλούν για το μέλλον» Εκδ.Παπαζήση]

Ή, όπως έλεγε κι η θεία μου η Μαρίκα, ότι πρέπει να ξεχάσεις τον πρώτο, αν θέλεις να γνωρίσεις τον μεγάλο σου έρωτα. Άσχετα αν δεν λύθηκε ποτέ το πρόβλημα του ποιος ήταν ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος… ή ο μεγάλος έρωτας του καθενός.

 Ένας από τους πιο επιφανείς, ωστόσο, νευροεπιστήμονες της εποχής μας, ο κος Β.Σ.Ραματσάντραν, καθηγητής στην Καλιφόρνια ο οποίος ενδεχομένως δεν έχει ασχοληθεί, ούτε διαβάσει ποτέ τις απόψεις του κ.Eco, λέει για το ‘μαύρο κουτί’:

Η μέθοδος του ‘μαύρου κουτιού’ είναι αγαπητή κυρίως στους ψυχολόγους. Μεταβάλλεται συστηματικά η είσοδος στο σύστημα για να μελετηθεί η μεταβολή στην έξοδο και να κατασκευαστούν πρότυπα για το τι συμβαίνει μεταξύ εισόδου και εξόδου. Η προσέγγιση αυτή σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν εξαιρετικά επιτυχής. Οδήγησε παραδείγματος χάριν στην ανακάλυψη της τριχρωμίας ως μηχανισμού της έγχρωμης όρασης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όλα τα χρώματα που βλέπουμε είναι δυνατόν να προκύψουν απλώς με τη σύνθεση διαφορετικών αναλογιών τριών βασικών χρωμάτων, του ερυθρού, του πράσινου και κυανού. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν στον οφθαλμό τρία είδη υποδοχέων. (…) Αμφιβάλλω πολύ, όμως, αν θα καταλάβαινε κανείς πως λειτουργεί το πεπτικό σύστημα βλέποντας απλώς το τελικό προϊόν. Μόνο με την προσέγγιση του μαύρου κουτιού δεν θα μπορούσε κανείς να συναγάγει την ύπαρξη της μάσησης, των περισταλτικών κινήσεων, του σίελου, των γαστρικών υγρών, των παγκρεατικών ενζύμων ή της χολής, ούτε να αντιληφθεί ότι το ήπαρ, μόνο, επιτελεί τουλάχιστον δέκα λειτουργίες που βοηθούν στην πέψη. Εν τούτοις, πολλοί ψυχολόγοι που ονομάζονται λειτουργιστές προσκολλώνται στην άποψη ότι είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τις νοητικές διεργασίες με μια αυστηρή, υπολογιστική, συμπεριφορική ή «ανάστροφη μηχανική» προοπτική, χωρίς να σκοτιζόμαστε για τον λαβύρινθο του εγκεφάλου.
Στα βιολογικά συστήματα, η κατανόηση της δομής έχει αποφασιστική σημασία για την κατανόηση της λειτουργίας κάτι που είναι τελείως αντίθετο από την προσέγγιση του λειτουργισμού ή του μαύρου κουτιού για την ερμηνεία του εγκεφάλου. Ας αναλογιστούμε πως η κατανόηση της δομής του μορίου του DNA –η διπλή έλικα- άλλαξε εντελώς τις απόψεις μας  για την κληρονομικότητα και τη γενετική, ερευνητικά πεδία που μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν με την προσέγγιση του μαύρου κουτιού. Πράγματι αμέσως μετά την ανακάλυψη της διπλής έλικας αποκαλύφθηκε ότι η δομή το μορίου του DNA υπαγορεύει την κληρονομικότητα. [V.S.Ramachandran & Sandra Blakeslee, «Φαντάσματα στον εγκέφαλο, Ερευνώντας τα μυστήρια του νου», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005, σελ.306]

Ο κος Β.Σ.Ραματσάντραν τα βάζει με όλους αυτούς τους ψυχολόγους, λειτουργιστές, συμπεριφοριστές και λοιπούς (π.χ. λογοτέχνες όπως ο κος Eco) συμβουλάτορες και «μηχανικούς» της ανθρώπινης κοινωνίας. Παραμένοντας (ως νευροεπιστήμονας) πιστός στο πνεύμα των θετικών επιστημών, εγκαλεί όλους αυτούς τους κυρίους, λέγοντας ότι δεν μπορείς να στέκεσαι στα επιφαινόμενα, αλλά ότι πρέπει να μπεις και μέσα στο «μαύρο κουτί», καθώς «στα βιολογικά συστήματα, η κατανόηση της δομής έχει αποφασιστική σημασία για την κατανόηση της λειτουργίας».

Ο κύριος Eco, όμως, καθηγητής πανεπιστημίου κατά τα άλλα, μας λέει πολύ απλά ότι ο ίδιος μελετά τις εξόδους και τις εισόδους του μαύρου κουτιού του εγκεφάλου μας. Το πώς δουλεύει αυτό το κουτί  και το μέσα από ποια διαδικασία βγάζει στην έξοδο τα αποτελέσματα που βγάζει, δεν τον απασχολεί. Αυτή την δουλειά και την γνώση την αφήνει σε άλλους. Αυτό δεν τον εμποδίζει όμως να καταλήγει σε πιασάρικα συμπεράσματα και ιστορίες, και με τίτλους, όπως το «μην ερωτευθείς ποτέ το αερόστατο σου», κηρύσσοντας την ανασφάλεια και την ρευστότητα.

Στην αποστολή αυτή δεν είναι ο μόνος. Στρατιές φιλοσόφων και λοιπών διανοούμενων συστοιχίζονται στην κατά τ’ άλλα μη στρατευμένη αποστολή …ακύρωσης ακόμη και των θεμελιωδέστερων αξιωμάτων της επιστημονικής επανάστασης της νεωτερικής εποχής.

Φιλόσοφοι όπως ο κος Ζύγκμουντ Μπάουμαν λούζουν το ακροατήριο τους με διαπιστώσεις του στυλ «η κεντρική μορφή της ρευστής μοντέρνας εποχής μας είναι ακριβώς ο άνθρωπος χωρίς μόνιμους, σταθερούς, διαρκείς, ανθεκτικούς δεσμούς, γεγονός που, αφενός τον οδηγεί σε μια απελπισμένη αναζήτηση ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού και αυτοκατάφασης και, αφετέρου, του προκαλεί βαθύ αίσθημα ανασφάλειας». [Ζύγκμουντ Μπάουμαν, ‘Ρευστή αγάπη. Για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών’, Εκδ.Εστίας, 2007]
Διαπιστώσεις, φωτογραφικές αποτυπώσεις συμπεριφορών και αποκρίσεων στην έξοδο του ‘μαύρου κουτιού’. Δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια κριτικής κατανόησης της λειτουργίας του εγκεφάλου μας, που στις εκάστοτε συγκεκριμένες εισόδους/inputs δίνει τις παραπάνω ‘δυστυχισμένες’ αυτές εξόδους/outputs. Οι φιλόσοφοι και οι ανθρωπιστικές  επιστήμες επιτρέπουν αυτή τη θολή επιστημονικοφάνεια. Ο κος Β.Σ.Ραματσάντραν τα βάζει με όλους αυτούς, παρόλο που πιθανότατα να έχει ελάχιστες κοινωνικές ή πολιτικές ευαισθησίες.

Το ίδιο και μια άλλη σημαντική μορφή των ανθρωπιστικών επιστημών, ο κοινωνιολόγος Richard Sennett (στο «Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος: οι συνέπειες του μετασχηματισμού της εργασίας στον νέο καπιταλισμό» εκδ.Πεδίο, 2010). Οχυρωμένος πίσω από  τη μοιρολατρική αποδοχή της εξέλιξης της οργάνωσης των επιχειρήσεων και της τεχνολογίας, που υπαγορεύουν τις νέες μορφές εργασίας, φωτογραφίζει κι αυτός το αποτέλεσμα, την δυστυχία των ανθρώπινων κοινωνιών.
Όταν μιλούμε για την δυστυχία των ανθρώπων όμως –και μάλιστα αυτών πούχουν γεμάτο το στομάχι- και προκειμένου να βρουν την δικαίωση τους οι ανθρωπιστικές επιστήμες -κατ’αντιστοιχία της ιατρικής επιστήμης που θεραπεύει και απαλύνει τον βιολογικό πόνο- δεν αρκεί να εξηγούμε και να περιγράφουμε τον κόσμο, αλλά χρειάζεται να τον αλλάξουμε. Και γι’αυτή την αποστολή πολύ λίγο βοηθούν –αν δεν κάνουν και κακό…- οι απλές φωτογραφίες της δυστυχίας μας. Απαιτείται η κατανόηση των διαδικασιών και λειτουργιών εκείνων που προκαλούν την δυστυχία μας. Καθώς και της δομής του συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε και προιόντα του οποίου είμαστε. Γιατί εκεί καλούμαστε να επέμβουμε, αν θέλουμε να έχουμε κάποιο αποτέλεσμα.

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Σοφίες...




Αυτό που έχει σημασία είναι όχι το πόσο μήκος ζωής έχεις, αλλά το πόσο έχεις ζήσει, πόσο νόημα έχει απορροφήσει και μεταβιβάσει η ζωή σου.

Αν δεν βρούμε τον καιρό να επισκοπήσουμε το παρελθόν,
δεν θα έχουμε επαρκή γνώση για να καταλάβουμε το παρόν,
ούτε να κουμαντάρουμε το μέλλον:
γιατί το παρελθόν ποτέ δεν μας αφήνει και το μέλλον είναι ήδη εδώ.

Χωρίς τη λεκτική διατύπωση της υποκειμενικής εμπειρίας και τους ηθικούς γνώμονες, η αυτοσυνειδησία είναι ανολοκλήρωτη, το ίδιο και η αυτογνωσία και ο αυτοέλεγχος.

Οι λέξεις αρχικά δεν ήταν απλώς ένα μέσον για την επιτέλεση της μαγείας, αλλά ήταν αφ’ εαυτών η αρχέτυπη μορφή μαγείας. Η σωστή χρήση των λέξεων δημιούργησε για πρώτη φορά έναν νέο κόσμο φαινομενικά υπό ανθρώπινο έλεγχο. Κάθε απομάκρυνση από την εννοηματωμένη τάξη, κάθε σύγχυση γλωσσών, ήταν μοιραία για την μαγεία αυτή. Μόνον αν η σωστή λέξη χρησιμοποιούνταν στη σωστή τάξη έπιαναν τα ξόρκια. Το πάθος για μηχανική ακρίβεια, το οποίο ο άνθρωπος διοχετεύει τώρα στην επιστήμη και την τεχνική, προέρχεται πιθανότατα από την πρωταρχική μαγεία των λέξεων.

Η καθημερινή συμμετοχή σε μία μεστή νοήματος δραστηριότητα είναι ότι ακριβώς λείπει από την νεοτερική εκμηχανισμένη οικονομία και πιθανόν εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη βαριεμάρα και την παραβατικότητα των σημερινών νέων.

Ολες οι καθημερινές δραστηριότητες του ανθρώπου (τροφή, εργασία, ζευγάρωμα) είναι αναγκαίες και άρα σημαντικές. Αλλά μόνο ως προαπαιτούμενα και στην έκταση που ζωογονούν τη συνειδητή του συμμετοχή του στη δημιουργική διαδικασία.

Η κουλτούρα μας ως σύνολο παραμένει ο ζωντανός μάρτυρας όλων όσων έχει υποστεί ο άνθρωπος, καταγραμμένα ή όχι.

Οι κομήτες ταξιδεύουν όσο γρήγορα ελπίζει να ταξιδέψει κάποτε ο άνθρωπος. Αλλά τα ατέλειωτα διαστημικά τους ταξίδια δεν αλλάζουν τίποτα εκτός από την κατανομή της ενέργειας. Μ’ αυτή την έννοια, η ανθρώπινη ιστορία στην ολότητα της, το ταξίδι της ανακάλυψης- αυτοδημιουργίας του ανθρώπου, είναι έως τώρα το κορυφαίο αποτέλεσμα της εξέλιξης του σύμπαντος.



(Πρόκειται για μια επιλογή από σημειώσεις διαβασμάτων. Δεν σημείωνα δυστυχώς την πηγή. Μερικές μάλιστα είναι "πειραγμένες" κι από μένα).

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Μας ψεκάζουν. Αλλά, από μέσα...



Υπάρχουν κάποιοι, καθώς πρέπει διανοούμενοι, οι οποίοι ειρωνεύονται την πολύ πλατιά διαδεδομένη στην κοινωνία μας άποψη ότι μας ψεκάζουν. 
Ο σοφός λαός όμως  -που ποτέεεεε δεν κάνει λάθος...- δείχνει τις καμπυλωτές άσπρες ουρές που αφήνουν κάτι μαύρα ιπτάμενα σημαδάκια εκεί ψηλά στον ουρανό και νοιώθει σχεδόν την υγρασία από τα χημικά που ρίχνουν. Πώς αλλοιώς, βλέπεις, θα μπορούσε να εξηγήσει ο πάνσοφος αυτός λαός το γεγονός ότι έχουμε υποστεί τα πάνδεινα και ως κοινωνία παραμένουμε για την ώρα κλινικά νεκροί, δεν αντιδρούμε.

«Πριν από τουλάχιστον 40 χρόνια ο Vance Packard, στο βιβλίο του The Hidden Persuaders, που σημείωσε τεράστια επιτυχία, παρουσίασε στο ευρύ κοινό την έννοια της «ασυναίσθητης αντίληψης». Συγκεκριμένα ο συγγραφέας μιλάει στο έργο του για τη γνωστή ιστορία του μηνύματος «ΠΙΕΙΤΕ ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ» που εμφανίζεται στιγμιαία κατά την προβολή μιας κινηματογραφικής ταινίας, ώστε να προξενήσει ασυνείδητα αίσθημα δίψας στους θεατές. Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν από καιρό ότι ερεθίσματα ασθενή,  εξασθενημένα ή μικρής διάρκειας, αν και συχνά δεν γίνονται αντιληπτά ενσυνειδήτως, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε συμπεριφορική απόκριση.» (σελ.120)
Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν από καιρό, αλλά ο κύριος Packard συγκαταλέγεται για τους παραπάνω διανοούμενους μας, ακόμα και σήμερα, μεταξύ των συνωμοσιολόγων, κι ως εκ τούτου δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς στα σοβαρά μαζί του.   

Οι νευρολόγοι, ωστόσο, με ηλεκτρόδια μέσα στον εγκέφαλο και καταγραφικά μηχανήματα υψηλής ακρίβειας, προχώρησαν σε πειράματα και
«μελέτες που ακολούθησαν τεκμηρίωσαν το ενλόγω φαινόμενο. Στο εργαστήριο, η ασυναίσθητη αντίληψη –σήμερα ονομάζεται συχνά ‘αντίληψη χωρίς επίγνωση’- συνήθως καταδεικνύεται αν εκθέσουμε το άτομο σε ερεθίσματα υπερβολικά ασθενή, υπερβολικά σύντομα ή με υπερβολική ποσότητα ‘θορύβου’ για να γίνουν αντιληπτά ενσυνειδήτως, τα οποία όμως αρκούν για να επηρεάσουν τις ενέργειες του ατόμου στο πεδίο των λεκτικών επιλογών ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. Για παράδειγμα, αν παρουσιαστεί στο άτομο η λέξη ‘όπλο’ για μικρό χρονικό διάστημα, το άτομο θα πει μεν ότι δεν είδε τίποτα, όμως αν κατόπιν του ζητηθεί να επιλέξει μια λέξη που να ταιριάζει στη λέξη ‘σφαίρα’, είναι πιθανότερο να επιλέξει τη λέξη ‘πυροβολισμός’ παρά ‘υδρόγειος’». (σελ.121)

 Μερικά καρέ διάρκειας μόλις κάποιων δεκάδων msec, παρεμβαλόμενα ανά τακτά χρονικά διαστήματα,  στη ροή μιας ταινίας, διαφήμισης, τηλεοπτικού προγράμματος, κλπ,  είναι υπεραρκετά. Μια εικόνα χίλιες λέξεις δεν λεν? Ή μήπως πιστεύει κανείς ότι  με δικό τους το χόλυγουντ, με δικά τους κανάλια, με δικές τους εκπομπές αντιστάθηκαν στον πειρασμό στο να μας χειραγωγήσουν μ’αυτόν τον ύπουλο τρόπο. Υπουλο κι απαράδεκτο ταυτόχρονα, γιατί ακυρώνουν την βασικότερη των ανθρώπινων ελευθεριών, αυτή της ελεύθερης βούλησης και επιλογής.  Αυτή που ούτε ο …θεός δεν τόλμησε να ακουμπήσει, αφήνοντας στον άνθρωπο την δυνατότητα να βρει τον δρόμο μόνος του, μεταξύ του καλού και του κακού.
Αφ’ ης στιγμής η ματαιοδοξία και ο κυνισμός του πολιτικού προσωπικού, επέτρεψε  να εξομοιωθεί  ο πρόεδρος/ πρωθυπουργός της χώρας ή ένα κόμμα ολόκληρο με την μάρκα ενός απορρυπαντικού, ποιος θα σταμάταγε μετά τους πολιτικούς συμβούλους και τους διαφημιστές από το να κάνουν χρήση τέτοιων αποτελεσματικών, σύμφωνα με τους ψυχολόγους, πρακτικών? Ειδικά όταν το διακύβευμα είναι τόσο μεγάλο τόσο ο κοινωνικός έλεγχος και η διατήρηση της εξουσίας. Και αν δεν το έκανε ο αγαπημένος μας βουλευτής ή κόμμα, στην τελική, μήπως δεν υπάρχει πάντα δίπλα στο κράτος κι ένα παρακράτος, ως «εναλλακτική» του πλούτου που χρηματοδοτεί;
Είναι παραπάνω από πιθανό ότι μας «ψεκάζουν» λοιπόν.  Αλλά όχι με εκείνα τα αεροπλάνα με την μακρινή άσπρη ουρά. Αλλά από τα μέσα-εκ των έσω,  με τα μέσα-τα ΜΜΕ.

ΥΓ. Οι παραπομπές είναι από το βιβλίο των Edelman M. Gerald (Βραβείο NOBEL 1972) και Tononi Giulio, με τίτλο “ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ: Πώς η ύλη γίνεται φαντασία”, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2008.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Ο χαλκάς της πείνας



Οι αρκουδιάρηδες τραβούν τον χαλκά της πείνας. Πονάει. Τόσα χρόνια τον φορούσαμε αδιαμαρτύρητα. Ηταν τα σκοινιά μπόσκα, κάναμε όλα τα τσαλίμια που μας δίδαξαν και φαινόταν σαν να αυτοσχεδιάζουμε. Σχεδόν το ευχαριστιόμασταν.

Οι αρκουδιάρηδες, όμως, είχαν εξ αρχής το σχέδιο για τη ζωή μας, για κάθε μέρα και κάθε περίσταση. Αρχικά ήταν η εκπαίδευση. Από μωρά μας έσπρωχναν πάνω στην αναμμένη λαμαρίνα, ενώ ο  αρκουδιάρης βάραγε στο ντέφι το «σήκω χόρεψε κουκλί μου». Κι ενώ χοροπηδούσαμε στα δύο πίσω πόδια για να περιορίσουμε εκεί το κάψιμο,  ο εγκέφαλος μας έγραφε τον αυτοματισμό του ντεφιού και του υποτιθέμενου χορού. Πανεπιστήμια έκαναν οι αρκουδιάρηδες, παβλόφ-σκυλων καθηγητών της κοινωνικής ψυχολογίας, να μελετούν αυτούς τους αυτοματισμούς, πάνω στην τέχνη της διοίκησης των αρκούδων  και της εκούσιας εκμετάλλευσης του πόνου και του κόπου.

Εμείς, δεν χρειάστηκε ποτέ νάχουμε δικό μας σχέδιο. Ακόμα κι ο σύντροφος Λένιν υιοθέτησε τις αρχές της «επιστημονικής» οργάνωσης της εργασίας ενός μισάνθρωπου ονόματι Ταίηλορ. Μάθαμε να παίρνουμε την κάρτα καθηκόντων, να περιμένουμε το σύνθημα και να εκτελούμε. 

Είναι λίγοι και μικροί οι αρκουδιάρηδες. Να μπορούσαμε μόνο να ορθώσουμε τον όγκο μας μπροστά τους. Και να μουγκρίσουμε…. Κάποτε είδα ένα τεράστιο ελέφαντα που γέρασε, δεμένος σ’ένα σκοινί πέντε μέτρα, κάνοντας κύκλους γύρω απ’ένα πάσαλο. Το σκοινί αυτό, άθραυστο όταν ο ελέφαντας ήταν νήπιο, γράφτηκε στον εγκέφαλό του ως τέτοιο εσαεί. Όπως και το ότι ζωή είναι το να κάνεις κύκλους γύρω από ένα πάσαλο.

Όμως, το παρήγορο είναι ότι δεν μπορούν να μας δέσουν όλους. Οσο κι αν οι κωλο-μηχανικοί τους (κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, πολιτικοί αναλυτές, κλπ) προσέχουν μη ξεφύγει κανείς. Η μισή ανθρωπότητα ζει εκτός πόλεων, σε μικρές ανθρωπινότερες κοινότητες,  κι ακόμα σε χώρες κι επαρχίες με προ-καπιταλιστικούς θεσμούς. Κι υπάρχει ακόμα ελπίδα.

Εμείς βαρύναμε, ωστόσο, είπε ο «επαναστάτης» ποιητής σε μια Σονάτα του Σεληνόφωτος. Δεν αντέχουν, λέει,  πια τα πίσω πόδια μας τον όγκο μας,  να σηκωθούμε και να φοβίσουμε τους αρκουδιάρηδες. Φλερτάρουμε με την ανυπακοή, αλλά με σύντροφο το θάνατο και την παραίτηση, ξάπλα κάτω από την εξάντληση, με τον χαλκά να σκίζει τα ματωμένα ούλα μας. 

Μα ποιος μπορεί να παίζει παιγνίδια με το θάνατο, ως το τέλος,  αναρωτιέται ο ποιητής. Γι’αυτό κι οι αρκούδες σηκώνονται και πορεύονται, «χαμογελώντας» με τα σκισμένα χείλια τους, στις πενταροδεκάρες που τις πετάνε.  «Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε, το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου».  Πορεύονται στην Ιερά Οδό του Σικελιανού κι ονειρεύονται ότι θε νάρτει κάποτε η μέρα «που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου, κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω, θα γιορτάσουν μαζί».

Υ.Γ. Φάνηκαν να μένουν λίγο πίσω οι ποιητές μας στην προκειμένη. Χρειαζόμαστε επειγόντως τους δικούς μας μηχανικούς. Οι αυτοματισμοί στους οποίους μας εκπαιδεύουν συνεχώς, χρειάζονται διόρθωση. Κι οι ποιητές που θα μας εμπνεύσουν, χρειάζονται κι αυτοί την ορθολογική διέξοδο στο φως.

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Ιεροσυλίες


Ηταν ότι καλύτερο διάβασα μέσα στον πρόσφατο χρυσαυγίτικο ορυμαγδό το σχόλιο του Μάνου για τον φασισμό. Σχεδόν πονούσα από την ευχαρίστηση σε κάθε επανάληψη. Ταυτόχρονα, όμως, ένοιωθα κάτι να κτυπά στην ροή του κειμένου και είπα να ψάξω γράφοντας να βρώ αυτό που μ'ενοχλεί. Ο Μάνος ακόμα και στον λόγο του κάνει μελωδία, "ωραία και ανυποψίαστη, ή, ωραία γιατί ακριβώς είναι ανυποψίαστη". Στο σχόλιο μου / ανατομία του κειμένου-σκέψης του, δεν κατάφερα παρά να προκαλέσω αιμοραγία σε κάποια περιφερειακά αγγεία, χαλώντας την τάξη και την ομορφιά.
 ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΠΟΥ ΤΟΣΟ Μ'ΑΡΕΣΕ ΑΡΧΙΚΑ...

“Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε”
 
Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. 
Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.(…)
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ το μυαλό της κότας. Απ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται.
Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;
Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ τους εχθρούς.
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ.
Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
(…)
Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας ;
 
 
 
 ... ΚΑΙ ΙΔΟΥ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΜΟΥ ΓΙ'ΑΥΤΟ

 Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.
Υπάρχει διαβάθμιση στο φόβο και στην ασχήμια του τέρατος. Μιλάμε για το "είμαι ένα τίποτα" του  άνεργου, τον φόβο μπρος στη βία (φυσική, λεκτική, ...), τον φόβο της πείνας ή της απώλειας της ιδιοκτησίας μας? Ο Μάνος δεν φοβάται τίποτα περισσότερο από το μυαλό της κότας που ΚΑΠΟΙΑ ΑΟΡΑΤΗ ΥΠΑΡΞΗ-ΔΥΝΑΜΗ (;) την επέλεξε και την τοποθέτησε για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί. Δεν ψάχνει να δεί το πρόσωπο της όποιας αυτής αόρατης ύπαρξης, να την καταγγείλει. 

Δουλειά του είναι η μουσική, η  ομορφιά και το συναίσθημα. Και δεν ασχολήθηκε ποτέ με τους φιλόσοφους που συνέθεταν το πάζλ της βίας με την περιγραφή της πατριαρχικής οικογένειας,  την αγριάδα της ιδιοκτησίας, την δημιουργική καταστροφή του οικονομικού ανταγωνισμού, κά. 
Δεν έψαξε τη λύση στον εντοπισμό και τη δολοφονία αυτού που "άνωθεν τοποθετεί σε θέσεις ευθύνης τις κότες με σκοπό  να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί". Τουναντίον μας αυτο-ενοχοποιεί. Φταίει λέει "η ανοχή μας που πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος". 

Και κάνοντας κρεσέντο στο συναίσθημα, παραθέτει την τραυματική εμπειρία της βιαιοπραγίας με τον ψηλό συμμαθητή με το απαίσιο έκζεμα στο μάγουλο, τον οποίο θα ανταμώνει μια τη ζωή ως εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, κλπ,κλπ. Χωρίς να σκεφτεί λεφτό ότι κι αυτός ο δύστυχος ψηλός, θύμα ίσως είναι ενός πατριαρχικού πατέρα, πούχει από χρόνια ένα κεφάλι ζαλισμένο ανάμεσα στις μυλόπετρες μιας γοητευτικής κότας που διορίστηκε άνωθεν για  να τον κανακεύει και ενός δυνάστη κύκλωπα πούχει στη θέση του οφθαλμού μια χρυσή λίρα και τρέφεται μ’ανθρώπινο κρέας.

ΥΓ. Μισώ τα φωτοστέφανα, ειδικά όταν απεικονίζουν νάρκισους τύπους. Είναι χαρούμενη η ζωή για να λουζόμαστε εν αγνοία μας αυτοκτονικούς τύπους και να την βρίσκουμε κιόλας. Δεν έχει ένα πρόσωπο μόνο το τέρας. Συμφωνείς?

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Δημοκρατία

O Νίκος Μπογιόπουλος, από τους λίγους που παρεμβαίνει ιδεολογικά στην υπόθεση της ΕΡΤ και απαντά σε "όσους παριστάνουν είτε τους έκπληκτους με τα αντιδημοκρατικά και αυταρχικά ατοπήματα αυτής της Δημοκρατίας, είτε τους επίδοξους διορθωτές της".
 
--------
Η Δημοκρατία, που αναγνωρίζει στον εκάστοτε υπουργό τη δικαιοδοσία, με μια μονοκονδυλιά, να βάζει «μαύρο» σήμερα στην ΕΡΤ, αύριο στη ΔΕΗ και στην ΕΥΔΑΠ, μεθαύριο στα Αμυντικά Συστήματα, στα Ναυπηγεία και στα Ασφαλιστικά Ταμεία.
H Δημοκρατία που πορεύεται με ντουζίνες Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου και με Προεδρικά Διατάγματα, με ΤΑΙΠΕΔ και ξεπουλήματα, με διαδοχικές επιστρατεύσεις και με συκοφαντίες, με κοινωνικό κατατεμαχισμό και με διαρκείς επιχειρήσεις κοινωνικού αυτοματισμού,
δεν είναι άγνωστη.

Είναι η Δημοκρατία που αμέσως μετά το πρώτο Μνημόνιο επέβαλε απόφαση που επιτρέπει στον εκάστοτε υπουργό Οικονομικών να υπογράφει διεθνείς συμφωνίες (όπως οι δανειακές συμβάσεις), που δεσμεύουν τη χώρα και το λαό, χωρίς καν τυπική έγκριση της Βουλής.
Είναι η Δημοκρατία που με τους νόμους της βγάζει «παράνομες» και «καταχρηστικές» το 95% των απεργιών και των κινητοποιήσεων του λαού.
Είναι η Δημοκρατία που έστειλε τα ΜΑΤ ενάντια στους απεργούς χαλυβουργούς -για «να ανοίξει το εργοστάσιο», όπως είπαν οι Δενδιοκεδίκογλου- αλλά όταν το εργοστάσιο το έκλεισε ο ίδιος ο βιομήχανος, ποτέ δεν έστειλε ΜΑΤ εναντίον του για να το ανοίξει...
Είναι η Δημοκρατία που μόλις ο «902» έδωσε τη «φωνή» και την εικόνα του για να μεταδίδεται το σήμα της ΕΡΤ «έστειλε» την εταιρεία «Digea» των ιδιωτών καναλαρχών να «φιμώσουν» και τον «902», και έσπευσε να εκδώσει και απόφαση, ώστε να καλύψει -αναδρομικά- τους τραπεζίτες, εφοπλιστές και εργολάβους καναλάρχες.
Είναι η Δημοκρατία που μοιράζει δισεκατομμύρια στους τραπεζίτες και που πολύ πριν από το «λουκέτο» στην ΕΡΤ είχε ήδη «αποφασίσει και διατάξει» το κόψιμο των μισθών, τον αφανισμό των συντάξεων, τη διάλυση των νοσοκομείων, το «λουκέτο» σχολείων, το «κούρεμα» των ασφαλιστικών ταμείων, την «κινεζοποίηση» των εναπομεινάντων εργαζομένων, είχε ήδη «αποφασίσει και διατάξει» ότι στην Ελλάδα δεν θα ισχύει ούτε καν εκείνο το απίθανο «ένας εργαζόμενος ανά οικογένεια», αλλά το ένας εργαζόμενος... ανά σόι ανέργων.
Αυτή είναι η Δημοκρατία τους.

Και για να μην κοροϊδευόμαστε, όσοι παριστάνουν είτε τους έκπληκτους με τα αντιδημοκρατικά και αυταρχικά ατοπήματα αυτής της Δημοκρατίας, είτε τους επίδοξους διορθωτές της, δεν μπορεί να μη γνωρίζουν:
Το βασικό γνώρισμα αυτής της Δημοκρατίας δεν είναι ότι έχει εκτραπεί ή ότι έχει παρεκτραπεί. Το βασικό της γνώρισμα είναι ότι πρόκειται για μια Δημοκρατία ταξική. Για μια Δημοκρατία αστική. Καπιταλιστική. Κεφαλαιοκρατική.

Επομένως, ο αγώνας ενάντια στην εκτροπή και στην παρεκτροπή της ταξικής, της αστικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας για τους λίγους, ούτε ρεαλιστικός, ούτε αποτελεσματικός, αλλά πολλές φορές ούτε και ειλικρινής είναι, εφόσον εισηγείται «λύσεις» που εξαντλούνται στη διατήρηση αυτής της -κατά τα άλλα «διορθωμένης» αλλά πάντα ίδιας- αστικής, καπιταλιστικής, κεφαλαιοκρατικής Δημοκρατίας.

Καμία κεφαλαιοκρατική Δημοκρατία, ακόμα κι όταν -ανάλογα με το ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον- συνοδεύεται με ολίγον από «δημοκρατική βελτίωση» και με ολίγον από «δημοκρατική διόρθωση», δεν διαφυλάσσει το λαό και τα δικαιώματά του από την (ιστορικ
ά επαναλαμβανόμενη) «μαύρη» εκτροπή και παρεκτροπή της.
Ο λαός, χωρίς να παραιτείται ούτε στιγμή από την ανυποχώρητη και αταλάντευτη πάλη του ενάντια στον αντιδημοκρατικό κατήφορο και τη φαλκίδευση των δημοκρατικών του δικαιωμάτων, χωρίς να σταματά ποτέ να επιδιώκει την υπεράσπιση, την κατοχύρωση και τη διεύρυνση αυτών των δικαιωμάτων κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δεν πρέπει να ξεχνά: Από την εκτροπή της αστικής Δημοκρατίας δεν θα διαφυλαχτεί μέσα από τη μακιγιαρισμένη διατήρησή της, αλλά -τελικά- μέσω της δημοκρατικής ανατροπής της.

Που σημαίνει:
Εγκαθίδρυση από το λαό και θεμελίωση πάνω στο βάθρο της ύψιστης δημοκρατικής νομιμοποίησης που συνιστά η θέληση της λαϊκής πλειοψηφίας, εκείνης της ανώτερης (και δημοκρατικότερης) Δημοκρατίας που πρέπει και είναι εφικτό να υπάρξει:
Της εργατικής Δημοκρατίας. Της Δημοκρατίας για τους πολλούς.

Γράφει:
ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
 
http://rizospastis.gr/page.do?publDate=18/6/2013&id=14647&pageNo=31&direction=1