Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Σε τι διαφέρεις από το αφεντικό σου?

[Το κείμενο που ακολουθεί είναι από τα συνηθισμένα χιουμοριστικά mail που προωθούνται από φίλο σε φίλο.
Το βρήκα πολύ εμπνευσμένο κι εύστοχο σχόλιο για την κουλτούρα της εργασίας στους σύγχρονους γραφειακούς χώρους.
Το πραγματικό αφεντικό είναι απών, έχει χαθεί στο ομιχλώδες βάθος της ιεραρχικής κλίμακας, κρυμένο πίσω από τον εκάστοτε ιεραρχικά ανώτερο].

Όταν σου παίρνει πολύ ώρα, είσαι αργός. Όταν παίρνει πολλή ώρα στο αφεντικό σου, είναι προσεχτικός.

Όταν δεν κάνεις κάτι, είσαι τεμπέλης. Όταν δεν κάνει κάτι, είναι απασχολημένος.

Όταν κάνεις λάθος, είσαι ηλίθιος. Όταν κάνει λάθος, είναι άνθρωπος.

Όταν το κάνεις όπως θες εσύ, δεν κάνεις ό,τι σου είπαν. Όταν το κάνει το αφεντικό σου, είναι δημιουργικός.

Όταν το κάνεις μόνος σου, δεν είσαι συνεργάσιμος. Όταν το κάνει το αφεντικό σου, παίρνει πρωτοβουλία.

Όταν παίρνεις θέση, είσαι ξεροκέφαλος. Όταν παίρνει θέση, είναι αποφασιστικός.

Όταν παραβιάζεις έναν κανόνα, είσαι ανατρεπτικός και εγωκεντρικός . Όταν το αφεντικό σου ξεχνά μερικούς κανόνες, είναι πρωτοπόρος.

Όταν βοηθάς ένα συνάδελφο, " χαζεύεις και παρατάς τη δουλεία". Όταν το κάνει το αφεντικό σου, " παίζει ομαδικά".

Όταν κάποιος άλλος σε βοηθάει, " φορτώνεις" άλλους. Όταν κάποιος τον βοηθάει, κατανέμει ευθύνες.

Όταν είσαι εκτός γραφείου, "περιφέρεσαι ασκόπως" ή " κοπροσκυλιάζεις". Όταν το κάνει το αφεντικό σου, "είναι σε δουλειά" ή "έχει meeting".

Όταν τηλεφωνείς και λες ότι είσαι άρρωστος, έκανες το Σαββατοκύριακο τριήμερο. Όταν το κάνει το αφεντικό σου, πρέπει να είναι πολύ άρρωστος.

Όταν ζητάς να φύγεις νωρίτερα, έχεις γκόμενα ή πάς για ψώνια.. Όταν το αφεντικό σου φεύγει νωρίτερα, έχει σημαντική δουλειά.

Όταν παίρνεις αύξηση, είσαι τυχερός ή έγλυψες κώλους. Όταν παίρνει εκείνος, πραγματικά την άξιζε.

Όταν κάνεις καλή δουλειά, σου χτυπούν την πλάτη και λένε μπράβο. Όταν το αφεντικό σου κάνει καλή δουλειά, το μπόνους χτυπάει ταβάνι..

Όταν ξεχνάς να κάνεις κάτι, ακούς ότι " όλα πρέπει να στα λένε;;; ". Όταν δεν κάνει κάτι το αφεντικό σου, " ε όλα αυτός θα τα κάνει;"!

ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ του Ναζίμ Χικμέτ

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά,
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ' όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θα 'χεις άλλο πάρεξ μονάχα να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
          Τόσο μα τόσο σοβαρά
          Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ' έναν τοίχο
          με τα χέρια σου δεμένα
               Ή μέσα στ' αργαστήρι
               Με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα 'χεις δει το πρόσωπό τους
                       και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό απ' τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά,
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ' όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θα 'χεις άλλο πάρεξ μονάχα να ζεις.
Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις ζήσαμε ακόμα
Κι αχ ό,τι πιο όμορφο θα 'θελα να σου πω
Δε στο 'πα ακόμα.
(απόδοση Γιάννης Ρίτσος)

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Aλλοτρίωση

Πρόκειται για λέξη που μ'έχει "ιντριγκάρει" από τα φοιτητικά μου χρόνια. Στην προκειμένη, ας εννοήσουμε μ'αυτόν τον όρο τη δυστυχία του ανθρώπου που είναι βουτηγμένος σ’ένα τρόπο ζωής κι ένα σύστημα ιδεών, αρχών και εννοιών, που ούτε ελέγχει, ούτε έχει επιλέξει ο ίδιος.

Κι επειδή ο τρόπος ζωής μας επηρεάζεται άμεσα από την εργασία, ας δούμε πως εξελίχθηκε αυτή:

Μέχρι την εμφάνιση της βιομηχανίας, στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος, οι πρόγονοι μας ζούσαν παράγοντας τα προς το ζην, είτε από τη γη, είτε στο σπίτι, είτε στα εργαστήρια. Οι κανόνες της κοινωνικής ζωής παραδιδόταν από γενιά σε γενιά και ερχόταν από πολύ παλιά. Το εμπόριο ασκούνταν σε ακτίνα λίγων μόλις χιλιομέτρων. Αργότερα επεκτάθηκε ενοποιώντας μεγαλύτερες εκτάσεις γης, χωριών και πόλεων, για να φθάσει μετά τις ανακαλύψεις των θαλασσοπόρων να γίνει διηπειρωτικό. Στη συνέχεια, η "συμπαθής" τάξη των εμπόρων αποφάσισε να παράγει η ίδια μαζικά τα αγαθά που εμπορευόταν. Χρειάσθηκε για το σκοπό αυτό εργάτες, που τους βρήκε ξεριζώνοντας τους βίαια από τα χωριά τους και συγκεντρώνοντας τους -χάρι στην προσφορά δουλειάς- στις πόλεις (ποιος είπε ότι η οικονομική βία είναι μικρότερης ισχύος από τη φυσική;).
Το πρόβλημα της πειθαρχίας των ανεκπαίδευτων γεωργών που ανέκαθεν ταλαιπωρεί τη βιομηχανία, λύθηκε με τις μεθόδους «επιστημονικής» οργάνωσης της εργασίας. Ο βιομηχανικός εργάτης αρχικά πήρε ένα καρτελάκι ημερήσιων καθηκόντων που όφειλε να κάνει, με τον τρόπο που τον είχαν εκπαιδεύσει και με εργαλεία που είχαν σχεδιάσει άλλοι. Ο ίδιος αργότερα βρέθηκε να εκτελεί μια μονότονη εργασία με τις τρελές ταχύτητες που ρύθμιζε ο ιμάντας μεταφοράς της γραμμής παραγωγής. Και σήμερα στα ιδιαίτερα ελκυστικά υποτίθεται επαγγέλματα των τραπεζικών χορηγήσεων, αφού εκτιμήσει τις ανάγκες μιας επιχείρησης πληκτρολογεί τους αριθμούς στον Η/Υ, περιμένοντας να αποφανθεί αυτός για την έγκριση του δανείου.
Αυτή η αποδοχή προτύπων και μεθόδων εργασίας δεν είναι παρά η εσωτερίκευση μιας εθελούσιας υποταγής στους κανόνες της εργοδοσίας, στο όνομα ενμέρει της τεχνολογικής προόδου.
Παράλληλα μ’αυτές τις εξελίξεις ήρθε το ιδεολογικό μπέρδεμα:

• Ο εργοδότης που μολύνει το περιβάλλον και γίνεται πλούσιος από την εργασία μας, είναι ο “πατερούλης” που μας προσφέρει δουλειά και τα προς το ζην.
• Το κράτος που υποτίθεται ότι είναι «εκεί» για να μας φροντίζει με την δημόσια παιδεία, υγεία και τις υποδομές, μας σαπίζει στο ξύλο όταν διαδηλώνουμε, στο όνομα της κοινωνικής τάξης.
 • Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης που μας βομβαρδίζουν με πληροφορίες και εικόνες τόσα χρόνια, αλλά τίποτα δεν μαθαίνουμε για τη ζωή μας, γι’αυτό και κουραστήκαμε να τα διαβάζουμε, να τα ακούμε, να τα βλέπουμε.
• Ο θεός που είναι πανάγαθος, έχει υπαλλήλους παπάδες με χρυσοποίκιλτα άμφια, διαχειριστές ακινήτων, τραπεζών, κλπ.
• Η καταναλωτική προπαγάνδα, που όπως με τη μόδα μας κάνει να αλλάζουμε ρούχα κάθε χρόνο, μας στέλνει να δουλεύουμε περισσότερες ώρες απ’ότι πριν ανακαλυφθούν τα ρομπότ, τα οποία υποτίθεται θα μας απάλλασσαν από την εργασία.

Τελειώνοντας...
Mέχρι τον 19ο αιώνα που οι άνθρωποι διατηρούσαν σε μεγάλο βαθμό το εννοιολογικό σύστημα των τοπικών κοινωνιών τους (προιόντα με μεγάλη αξία χρήσης, συλλογικές μορφές ζωής -όπως αυτός της διευρυμένης οικογένειας με δεσμούς αλληλεγγύης-, ομαδικές μορφές διασκέδασης, κλπ) η αλλοτρίωση περιοριζόταν στην εργασία. Τα προιόντα αυτής, όμως, αποκτούσαν ταμπελάκια τιμών και γινόταν αμέσως εμπορεύματα. Με όση τρυφερότητα κι αν τάβλεπε ο παραγωγός εργάτης στην παραγωγική διαδικασία, αυτά με το που ολοκληρώνονταν, περνούσαν στην απέναντι όχθη, ανήκοντας στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Αλλά και η ίδια η ζωή του εργάτη, αν αναλογισθεί κανείς τις 12-15 ώρες που δούλευε τότε, αλλά πολύ συχνά και σήμερα, εμπόρευμα έγινε κι αυτή που μεταβιβάζεται στον ιδιοκτήτη έναντι του πινακίου φακής που απαιτείται για την αναπαραγωγή του ή για την απορρόφηση της παραγωγής και την μακροοικονομική ισορροπία.

Πριν όμως“δώσουμε αυτί” σ’όλα εκείνα τα μελοδραματικά για την «δυστυχία του πολιτισμού μας», με τις ατελείωτες παραλλαγές το όρου που μας απασχολεί εδώ, όπως,
αποξένωση, απογοήτευση, μοναξιά, αδιαφορία, έλλειψη ενδιαφέροντος, συνεχής κατάσταση κόπωσης, παραίτηση, κλπ,
ας αναλογιστούμε

• Πως νοιώθει ένας παραγωγός που του παίρνουν το «παιδί» του, δηλ.τα προϊόντα που παράγει.
• Πως νοιώθει όταν όλα αυτά τα παιδιά του, στα οποία ξεζουμίστηκε απ’όλους τους χυμούς της ζωής του, αντί να τα νοιώθει δικά του, τα βρίσκει στις προθήκες των βιτρινών, απέναντι του, ξένα κι απροσπέλαστα;
• Πώς νοιώθει ως εργαζόμενος όταν λειτουργεί για τόσες ώρες με λοβοτομή, προκειμένου να εκτελεί σιωπηλά με βάση τις διαδικασίες και τις εντολές των επιβλεπόντωνν;
• Πως νοιώθει ο άνεργος που σφύζει από υγεία και ζωή, όταν το σύστημα του στερεί το μοναδικό εισιτήριο για τη ζωή που αναγνωρίζει , τα χρήματα, τον κρατά έξω από την κοινωνία και τον κάνει να νοιώθει άχρηστος;
• Πώς νοιώθει ο διανοητής επιστήμονας όταν μετά την τεχνικο-οικονομική πρόοδο του εικοστού αιώνα, αντί τα ρομπότ να μας απαλλάσσουν από τις κοπιαστικές εργασίες, χρησίμευσαν μόνο στην αύξηση της τεχνολογικής ανεργίας και των κερδών των εργοδοτών;

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, όταν τόσες γενιές πίσω, διαδοχικά υποστήκαν όλους αυτούς τους συναισθηματικούς ακρωτηριασμούς, να μην έχουμε χάσει τον μπούσουλα, την άρθρωση μας, τη λογική μας;

Η αλλοτρίωση, ωστόσο, δεν είναι πάθηση, όσο κι αν πάνω σ’αυτόν τον καμβά κεντούν οι ιδεολογικοί μάγειροι, μιλώντας για αρρώστια του πολιτισμού μας. Ούτε κανένας χαμένος παράδεισος, ή, η απώλεια της Θείας χάριτος. Είναι η δυστυχία μας από μια δουλειά, ένα τρόπο ζωής κι ένα εννοιολογικό μπέρδεμα, που σχεδιάζουν συνέχεια κάποιοι άλλοι για μας, πριν από μας. Με ζητούμενο την καθυπόταξη μας.

Μόνο που είναι πολύ μικρή η ζωή μας και πολύ λίγος ο χρόνος που μας αφήνει η κρεατομηχανή της δουλειάς να αφιερώσουμε, προκειμένου να κατανοήσουμε τις πολύ μακροπρόθεσμες τάσεις που διαμορφώνουν τη κοινωνία μας και να εξεγερθούμε για να τις αλλάξουμε.

Ή, ίσως πάλι, να είμαστε απλά Ανθρωποι, έτσι όπως ζούμε απλά και ηθικά, απολαμβάνοντας τη σύντομη ζωή μας στη φύση, με τα παιδιά μας, με τις παρέες μας, «τα κοψίδια και τα ξύδια» μας, αρνούμενοι να σκεφτόμαστε συνέχεια με τον δικό τους διεστραμμένο τρόπο, του μοναδικού κυρίαρχου γι’αυτούς μαμμωνά, του χρήματος. Ισως να γινόμαστε, έτσι, οι θεματοφύλακες μιας ανθρωπιάς που αντιστέκεται. Εστω ανίκανης σήμερα να διαχειριστεί μ’αξιοπρέπεια τα πράγματα της ζωής. Παρόλη τη τεχνολογική πρόοδο.
Παρόλο που κατά τους ποιητάς (Χαλίλ Γκιμπράν, εν προκειμένω)
η ευημερία δεν είναι κάτι δύσκολο.

«Η ευημερία είναι συνέπεια δύο πραγμάτων: της εκμετάλλευσης της γης και της διανομής των προϊόντων της».
Ετσι απλά.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Ακούγοντας τον πρωθυπουργό

στην έκθεση, μπήκα στον πειρασμό να σκέφτομαι την ομιλία του σαν να ήμουν εγώ το αφεντικό του. Ιδού αυτές οι σκέψεις μου λοιπόν:

Απευθυνόταν στον κόσμο, όχι σε μένα. Ετσι πρέπει.


Προσπαθούσε με την παθιασμένη ειλικρίνεια του απατεώνα ψεύτη -που έχει πρώτος πιστέψει στα ψέμματα του- να πείσει τον κόσμο ότι τα σκληρά μέτρα είναι προς το συμφέρον του.


Είχε δει από μήνες ότι έχανε το παιχνίδι, αλλά τελικά με τις σκηνοθετικές ικανότητες που έχει , δραματοποίησε τη πτώση του, με την προκήρυξη αυτών των πρόωρων εκλογών.


Ο Γιώργος με την παρέα του δεν κρατιόντουσαν. Ενα ολόκληρο χρόνο πριν, ανακοίνωσαν ότι την άνοιξη θα το πάνε σε εκλογές. Ορεξάτα τα παιδιά να ξαναπιάσουν δουλειά (τις κουτάλες).


Ο Κώστας, όμως, πιο σοβαρός και πιο υπεύθυνος επαγγελματίας. Σκέφθηκε τι αναστάτωση θα προκαλούσε η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος στις προμήθειες και στα άλλα επιχειρηματικά νταραβέρια μας με το δημόσιο (βασικός χρηματοδότης μας γαρ, της ιδιωτικής οικονομίας). Κι αποφάσισε να παραδώσει την καρέκλα τόσους μήνες πριν.


Και σαν να μην έφτανε αυτό. "Αφού θα χάσω που θα χάσω" σκέφθηκε, "ευκαιρία να βοηθήσω ακόμα και με την ήττα μου". Αυτή τη περίοδο της κρίσης, είναι γνωστό ότι χάλασε ο ιδεολογικός αυτόματος πιλότος της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης και ξαναζεσταίνονται οι κευνσιανές συνταγές, που θέλουν να ενισχύσουν τη κατανάλωση. Αυτές τις συνταγές μελετούν εκεί στο ΠΑΣΟΚ γιατί φοβούνται λέει τις κοινωνικές εξεγέρσεις.

Με τις εξαγγελίες, όμως, του Κωστάκη, ο κόσμος θα μασίσει το παραμύθι ότι "σίγουρα είναι σοβαρά τα πράγματα για να ρισκάρει προεκλογικά τέτοιες αντιλαικές εξαγγελίες" ο Καραμανλής. Θα βάλει λοιπόν την ουρά στα σκέλια, κι έτσι ο Γιώργος δεν θα μπορεί να επικαλείται κοινωνικές εξεγέρσεις για να προτείνει τις πολιτικές του.  Ως πρωθυπουργός πλέον, θα εφαρμόσει απλά τα αντιλαικά μέτρα που εξήγγειλε ο Κώστας. Τέτοιες πρωτοβουλίες παίρνει ο Κώστας που τον κάνουν ...μοναδικό.


Σίγουρα, όμως, θα τα έχουν πεί κι από πριν όλ'αυτά. Είναι καλά παιδιά και οι δυό τους, από καλές οικογένειες. Και γνώστες της δουλειάς. Πέρα από το "να κάνουν το κομμάτι τους", ποτέ δεν ξεχνούν ...το αφεντικό.

Για το χρήμα

"… αυτό που μπορεί να πληρώσει το χρήμα, αυτό ακριβώς είμαι εγώ, ο κάτοχος του χρήματος.

Οι ιδιότητες του χρήματος είναι δικές μου, εμένα του κατόχου, ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις. Ετσι, αυτό που είμαι και αυτό που μπορώ να κάνω, σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται από την ατομικότητά μου.
Είμαι άσχημος, αλλά μπορώ ν' αγοράσω την πιο όμορφη γυναίκα. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι άσχημος, γιατί το αποτέλεσμα της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εξουδετερώνεται από το χρήμα.
Είμαι κουτσός, αλλά το χρήμα μού προμηθεύει 24 ποδάρια, κατά συνέπεια δεν είμαι κουτσός.
Είμαι κακός, ανυπόληπτος, ασυνείδητος και κουτός άνθρωπος. Το χρήμα όμως, είναι ευυπόληπτο Και το ίδιο και ο κάτοχός του...
Είμαι άμυαλος, αν όμως το χρήμα είναι ο πραγματικός νους όλων των πραγμάτων, πως είναι δυνατό ο κάτοχός του να είναι άμυαλος; Κάτι περισσότερο,
ο κάτοχος του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει έξυπνους ανθρώπους για λογαριασμό του. Συνεπώς έχει εξουσία πάνω σε έξυπνους ανθρώπους, εξυπνότερους απ' αυτόν.


Με το χρήμα μπορώ να έχω το καθετί που επιθυμεί η ανθρώπινη καρδιά. Δεν είμαι έτσι κάτοχος όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων; Δεν αντιστρέφει λοιπόν το χρήμα όλες μου τις ανικανότητες σε ικανότητες;"


YΓ. Βρήκα το παραπάνω απόσπασμα να αποδίδεται στα [οικονομικά & φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844] του Μάρξ. Γιατί νομίζω ότι κάτι αντίστοιχο είχα διαβάσει και σε ένα θεατρικό του Σαίξπηρ;